82 αποτελέσματα για «申»
申し聞かせる もうしきかせる
ρήμα
- 01 λέω, προσπαθώ να πείσω, συμβουλεύω, προειδοποιώ, νουθετώ, εξηγώ με λογικά επιχειρήματα
申告書 しんこくしょ
ουσιαστικό
- 01 αναφορά, δήλωση
申込用紙 もうしこみようし
ουσιαστικό
- 01 έντυπο αίτησης
申述 しんじゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δήλωση (πραγματοποίηση δήλωσης)
申の刻 さるのこく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ώρα του Πιθήκου (περίπου 4 μ.μ., 3-5 μ.μ. ή 4-6 μ.μ.)
申し越す もうしこす
ρήμα
- 01 ειδοποιώ, στέλνω μήνυμα, γράφω
申告制 しんこくせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα δήλωσης, αυτοφορολόγηση, σύστημα αυτοδήλωσης
申命記 しんめいき
ουσιαστικό
- 01 Δευτερονόμιο (βιβλίο της Αγίας Γραφής)
申告漏れ しんこくもれ
ουσιαστικό
- 01 αδήλωτο εισόδημα, μη αναφερθέντα κέρδη, μη δηλωθέν εισόδημα
申しにくい もうしにくい
άλλο
- 01 λυπάμαι που σας αναστατώνω
申年 さるどし
ουσιαστικό
- 01 έτος του πιθήκου
申立人 もうしたてにん
ουσιαστικό
- 01 αιτών, παραπονούμενος
申込者 もうしこみしゃ
ουσιαστικό
- 01 αιτών, υποψήφιος
申し遣わす もうしつかわす
ρήμα
- 01 στελνω γραπτο μηνυμα σε καποιον, διαβιβαζω πληροφορια, αναθετω υπηρεσιακη εργασια
申しよう もうしよう
ουσιαστικό
- 01 λόγια, εκφράσεις
申し越し もうしこし
ουσιαστικό
- 01 αποστολή μηνύματος, επικοινωνία μέσω επιστολής ή αγγελιαφόρου
- 02 γραπτή διατύπωση, έγγραφη επικοινωνία με κάποιον
申し合い もうしあい
ουσιαστικό
- 01 προπόνηση μεταξύ παλαιστών σούμο (ρικίσι) ίσης δύναμης
申達 しんたつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσημη ανακοίνωση, υπηρεσιακή γνωστοποίηση (από ανώτερο προς κατώτερο αξιωματούχο)
申し込み順 もうしこみじゅん
ουσιαστικό
- 01 σειρά προτεραιότητας αιτήσεων, κατά σειρά υποβολής αιτήσεων
申し入れ書 もうしいれしょ
ουσιαστικό
- 01 ανοιχτή επιστολή, έγγραφη πρόταση