183 αποτελέσματα για «男»
男好き おとこずき
ουσιαστικό
- 01 ελκυστικός στους άνδρες, που έχει στυλ (εμφάνιση, εμφάνιση κ.λπ.) στο οποίο υποκύπτουν οι άνδρες
- 02 ερωτοχτυπημένη γυναίκα, γυναίκα που κυνηγάει τους άνδρες
男泣き おとこなき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανδρικό κλάμα (ειδικά για κάποιον που δεν συνηθίζει να κλαίει)
男爵夫人 だんしゃくふじん
ουσιαστικό
- 01 βαρόνη
男親 おとこおや
ουσιαστικό
- 01 πατέρας, αρσενικός γονέας
男女比 だんじょひ
ουσιαστικό
- 01 αναλογία φύλων
男女平等 だんじょびょうどう
ουσιαστικό
- 01 ισότητα των δύο φύλων, ίσα δικαιώματα για άνδρες και γυναίκες, έμφυλη ισότητα
男所帯 おとこじょたい
ουσιαστικό
- 01 νοικοκυριό που αποτελείται μόνο από άνδρες
男尊女卑 だんそんじょひ
ουσιαστικό
- 01 ανδροκρατία, ανδρικός σωβινισμός, υποταγή της γυναίκας
男冥利 おとこみょうり
ουσιαστικό
- 01 η καλή τύχη του να έχει γεννηθεί κανείς άνδρας
男性恐怖症 だんせいきょうふしょう
ουσιαστικό
- 01 ανδροφοβία
男運 おとこうん
ουσιαστικό
- 01 τύχη με τους άντρες
男は黙って おとこはだまって
άλλο
- 01 ένας πραγματικός άντρας θα έπρεπε (να το βουλώσει και) να...
男の中の男 おとこのなかのおとこ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 άνδρας ανάμεσα στους άνδρες, αντράκι, άλφα αρσενικό
男娼 だんしょう
ουσιαστικό
- 01 ανδρική πόρνη
男性経験 だんせいけいけん
ουσιαστικό
- 01 σεξουαλική εμπειρία (με άνδρες)
男子用 だんしよう
ουσιαστικό
- 01 για άνδρες
男役 おとこやく
ουσιαστικό
- 01 ανδρικός ρόλος
男女差別 だんじょさべつ
ουσιαστικό
- 01 έμφυλη διάκριση, σεξισμός
男ぶり おとこぶり
ουσιαστικό
- 01 ανδρική εμφάνιση, ομορφιά, γοητεία
男言葉 おとこことば
ουσιαστικό
- 01 ανδρική γλώσσα, αρσενικός τρόπος ομιλίας