59 αποτελέσματα για «留»

留め金具 とめかなぐ

ουσιαστικό

  1. 01 πόρπη, αγκράφα
留学希望者 りゅうがくきぼうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που ενδιαφέρεται για σπουδές στο εξωτερικό, άτομο που επιθυμεί να σπουδάσει στο εξωτερικό
留男 とめおとこ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφημίζω, διαλαλώ
  2. 02 διαιτητής (κυρίως σε θεατρικό έργο)
留出 りゅうしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόσταξη
留め役 とめやく

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτητής, μεσολαβητής
留心 りゅうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσεκτικός, που δίνει σημασία, που έχει κατά νου
留め湯 とめゆ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικό λουτρό
  2. 02 νερό λουτρού της προηγούμενης ημέρας (επαναχρησιμοποιούμενο)
  3. 03 μηνιαία συνδρομή για δημόσια λουτρά
留分 りゅうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κλάσμα (π.χ. στην απόσταξη), απόσταγμα
留山 とめやま

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινή περιοχή όπου απαγορεύεται το κυνήγι και η υλοτομία
留保利益 りゅうほりえき

ουσιαστικό

  1. 01 παρακρατηθέντα κέρδη
留保賃金 りゅうほちんぎん

ουσιαστικό

  1. 01 μισθός επιφύλαξης
留め風呂 とめぶろ

ουσιαστικό

  1. 01 μπάνιο για αποκλειστική χρήση ενός ατόμου
留め継ぎ とめつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φαλτσογωνιά (σύνδεση στην ξυλουργική), φαλτσογωνία
留数 りゅうすう

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπο
留職 りゅうしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή στη θέση ή το αξίωμα
留置権 りゅうちけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα επίσχεσης
留置局 とめおききょく

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο παραλαβής (για αλληλογραφία ή αντικείμενα που παρακρατούνται)
留萌測候所 るもいそっこうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Μετεωρολογικός Σταθμός Ρουμόι
  1. 01 κρατώ, συγκρατώ
  2. 02 στερεώνω
  3. 03 σταματώ
  4. 04 σταματώ