57 αποτελέσματα για «略»
略して りゃくして
άλλο
- 01 εν συντομία
略儀 りゃくぎ
ουσιαστικό
- 01 ανεπισημότητα, απλοποιημένη διαδικασία
略啓 りゃくけい
άλλο
- 01 παράλειψη των εισαγωγικών τυπικοτήτων, συνοπτικός χαιρετισμός
略譜 りゃくふ
ουσιαστικό
- 01 συνοπτικό γενεαλογικό δέντρο, περιληπτικό γενεαλογικό διάγραμμα
- 02 αριθμητική σημειογραφία
略叙 りゃくじょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνοπτική περιγραφή
略式手続き りゃくしきてつづき
ουσιαστικό
- 01 συνοπτική διαδικασία
略体 りゃくたい
ουσιαστικό
- 01 απλοποιημένη μορφή ενός κάντζι
略書 りゃくしょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συντομογραφία
略字方式コード りゃくじほうしきコード
ουσιαστικό
- 01 κωδικός συντομογραφίας χαρακτήρων
略成語 りゃくせいご
ουσιαστικό
- 01 ακρωνύμιο
略本暦 りゃくほんれき
ουσιαστικό
- 01 συνοπτικό παραδοσιακό ιαπωνικό ημερολόγιο (παρουσιάζεται σε μικρότερη μορφή εύκολης χρήσης)
略奪価格 りゃくだつかかく
ουσιαστικό
- 01 αρπακτική τιμολόγηση
略表 りゃくひょう
ουσιαστικό
- 01 απλουστευμένος κατάλογος, συνοπτική λίστα
略符 りゃくふ
ουσιαστικό
- 01 λογόγραμμα
略綬 りゃくじゅ
ουσιαστικό
- 01 ταινία παρασήμου, κονκάρδα πέτου που φοριέται στη θέση μεταλλίου, ταινία υπηρεσίας, ταινία μεταλλίου, μικρή ταινία παρασήμου
略意 りゃくい
ουσιαστικό
- 01 ουσία, βασική ιδέα, κύρια σημεία, περίληψη
略
- 01 συντομογραφία, συντόμευση
- 02 παράλειψη, απαλοιφή
- 03 περίγραμμα, σκιαγράφηση
- 04 συντομεύω
- 05 αιχμαλωτίζω
- 06 λεηλατώ