145 αποτελέσματα για «百»

百景 ひゃっけい

ουσιαστικό

  1. 01 εκατό περίφημες θέες
百選 ひゃくせん

ουσιαστικό

  1. 01 εκατοντάδα επιλογών, οι εκατό καλύτεροι
百叩き ひゃくたたき

ουσιαστικό

  1. 01 εκατό χτυπήματα, εκατό μαστιγώσεις
百夜 ももよ

ουσιαστικό

  1. 01 πολλές νύχτες, εκατό νύχτες
百年戦争 ひゃくねんせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 Εκατονταετής Πόλεμος (1337-1453)
百合根 ゆりね

ουσιαστικό

  1. 01 βολβός κρίνου
百目 ひゃくめ

ουσιαστικό

  1. 01 375 γραμμάρια (100 μόμε)
百舌鳥 もず

ουσιαστικό

  1. 01 αετομάχος (οποιοδήποτε πτηνό της οικογένειας των Λανιδών)
  2. 02 ιαπωνικός αετομάχος (Lanius bucephalus), δακτυλοδείκτης
百姓一揆 ひゃくしょういっき

ουσιαστικό

  1. 01 εξέγερση χωρικών (περίοδος Έντο), επανάσταση των αγροτών
百方 ひゃっぽう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 με κάθε τρόπο, παντοιοτρόπως
百万遍 ひゃくまんべん

ουσιαστικό

  1. 01 εκατομμύριο φορές, η επανάληψη προσευχής εκατομμύριο φορές
百人斬り ひゃくにんぎり

ουσιαστικό

  1. 01 η θανάτωση εκατό εχθρών με το σπαθί κάποιου
  2. 02 η σεξουαλική συνεύρεση με εκατό άτομα, η σεξουαλική συνεύρεση με αναρίθμητα άτομα
百害 ひゃくがい

ουσιαστικό

  1. 01 τεράστια ζημιά
百万長者 ひゃくまんちょうじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εκατομμυριούχος, πολυεκατομμυριούχος
百難 ひゃくなん

ουσιαστικό

  1. 01 κάθε είδους εμπόδια, σωρεία προβλημάτων
百般 ひゃっぱん

ουσιαστικό

  1. 01 όλα, κάθε είδους, κάθε λογής
百聞 ひゃくぶん

ουσιαστικό

  1. 01 το να ακούει κανείς πολλές φορές
百科全書 ひゃっかぜんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκυκλοπαίδεια
百万言 ひゃくまんげん

ουσιαστικό

  1. 01 επαναλαμβανόμενη έκφραση κάποιου πράγματος πολλές φορές
百出 ひゃくしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφανίζομαι κατά χιλιάδες