71 αποτελέσματα για «盛»
盛徳 せいとく
ουσιαστικό
- 01 λαμπρή αρετή
盛業 せいぎょう
ουσιαστικό
- 01 ακμάζουσα επιχείρηση
盛典 せいてん
ουσιαστικό
- 01 μεγαλοπρεπής τελετή
盛者 しょうじゃ
ουσιαστικό
- 01 ευημερών άνθρωπος, ισχυρός άνθρωπος
盛り砂 もりずな
ουσιαστικό
- 01 τελετουργικοί σωροί άμμου (τοποθετημένοι εκατέρωθεν μιας εισόδου για την υποδοχή ενός σημαντικού προσώπου)
盛り花 もりばな
ουσιαστικό
- 01 ανθοσύνθεση σε υπερυψωμένο στυλ
- 02 τοποθέτηση αλατιού στην είσοδο μιας επιχείρησης για καλή τύχη, σωροί αλατιού που χρησιμοποιούνται για αυτόν τον σκοπό
- 03 εποχιακή ακμή των λουλουδιών
盛衰興亡 せいすいこうぼう
ουσιαστικό
- 01 άνοδος και πτώση, διακυμάνσεις, ακμή και παρακμή, ευημερία και έκπτωση, μεταβολές της τύχης
盛粧 せいそう
ουσιαστικό
- 01 έντονο μακιγιάζ, βαρύ μακιγιάζ
盛年 せいねん
ουσιαστικό
- 01 ακμή της ηλικίας
盛んな歓迎 さかんなかんげい
ουσιαστικό
- 01 θερμή υποδοχή
盛代 せいだい
ουσιαστικό
- 01 ακμάζουσα εποχή
盛暑 せいしょ
ουσιαστικό
- 01 κατακαλόκαιρο
盛挙 せいきょ
ουσιαστικό
- 01 μεγάλης κλίμακας εγχείρημα
盛んに さかんに
επίρρημα
- 01 ενεργά, με ζωντάνια, έντονα, με ενθουσιασμό, με προθυμία, συχνά, επανειλημμένα
盛り切り もりきり
ουσιαστικό
- 01 μία μερίδα (π.χ. ρυζιού)
盛菓子 もりがし
ουσιαστικό
- 01 γλυκίσματα τοποθετημένα σε στοίβα μέσα σε σκεύος για προσφορά σε ιερό
盛り殺す もりころす
ρήμα
- 01 δηλητηριάζω μέχρι θανάτου, φονεύω μέσω σφάλματος σε ιατρική συνταγή
盛んな商売 さかんなしょうばい
ουσιαστικό
- 01 ακμάζουσα επιχείρηση
盛大に赴く せいだいにおもむく
άλλο, ρήμα
- 01 ευημερώ, ακμάζω
盛年重ねて来たらず せいねんかさねてきたらず
άλλο
- 01 ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν