50 αποτελέσματα για «看»

看護婦学院 かんごふがくいん

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή νοσηλευτικής
看守者 かんしゅしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δεσμοφύλακας, φύλακας φυλακών
看板大関 かんばんおおぜき

ουσιαστικό

  1. 01 σωματικά εξαιρετικός παλαιστής που προήχθη απευθείας στον βαθμό του πρωταθλητή κατά την περίοδο Έντο
看取り みとり

ουσιαστικό

  1. 01 νοσηλεία, φροντίδα ασθενούς
  2. 02 παρακολούθηση ετοιμοθάνατου, παρουσία στο προσκέφαλο κατά τον θάνατο
看護の日 かんごのひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διεθνής ημέρα νοσηλευτών (12 Μαΐου)
看護休暇 かんごきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια φροντίδας παιδιού, άδεια νοσηλείας
看護短期大学 かんごたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 νοσηλευτική σχολή ανώτερης εκπαίδευσης
看護短大 かんごたんだい

ουσιαστικό

  1. 01 νοσηλευτική σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
看守長 かんしゅちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιφύλακας, διευθυντής φυλακών
  1. 01 φυλάω, προσέχω
  2. 02 βλέπω