128 αποτελέσματα για «短»
短調 たんちょう
ουσιαστικό
- 01 ελάσσονα κλίμακα
短躯 たんく
ουσιαστικό
- 01 κοντό ανάστημα, μικρόσωμη διάπλαση
短縮ダイヤル たんしゅくダイヤル
ουσιαστικό
- 01 ταχεία κλήση
短気は損気 たんきはそんき
άλλο
- 01 η βιασύνη είναι κακός σύμβουλος, ο θυμός και η βιασύνη εμποδίζουν την ορθή κρίση
短 みじか
πρόθημα, επίθημα
- 01 κοντός, βραχύς
短毛 たんもう
ουσιαστικό
- 01 κοντό τρίχωμα
短靴 たんぐつ
ουσιαστικό
- 01 χαμηλά παπούτσια
短大生 たんだいせい
ουσιαστικό
- 01 φοιτητής διετούς κολεγίου
短夜 みじかよ
ουσιαστικό
- 01 σύντομη καλοκαιρινή νύχτα
短編映画 たんぺんえいが
ουσιαστικό
- 01 ταινία μικρού μήκους
短詩 たんし
ουσιαστικό
- 01 σύντομο ποίημα
短期滞在 たんきたいざい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βραχυπρόθεσμη διαμονή
短縮形 たんしゅくけい
ουσιαστικό
- 01 συστολή, συντομευμένος τύπος, συντετμημένη μορφή
短冊形 たんざくがた
ουσιαστικό
- 01 στενόμακρο ορθογώνιο, λωρίδα
短期大学 たんきだいがく
ουσιαστικό
- 01 ανώτερη σχολή, επαγγελματικά προσανατολισμένο ίδρυμα μεταλυκειακής εκπαίδευσης που προσφέρει προγράμματα διετούς ή τριετούς φοίτησης
短音 たんおん
ουσιαστικό
- 01 βραχύς ήχος, σύντομος φθόγγος
短日月 たんじつげつ
ουσιαστικό
- 01 σύντομο χρονικό διάστημα
短水路 たんすいろ
ουσιαστικό
- 01 διαδρομή μικρής πισίνας (μήκους μικρότερου των 50 μέτρων, συνήθως 25 μέτρα)
短日 たんじつ
ουσιαστικό
- 01 σύντομο χρονικό διάστημα
短評 たんぴょう
ουσιαστικό
- 01 σύντομο σχόλιο ή κριτική