289 αποτελέσματα για «石»

石塀 いしべい

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρινος τοίχος
石灰岩 せっかいがん

ουσιαστικό

  1. 01 ασβεστόλιθος
石油王 せきゆおう

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαιάς, μεγιστάνας του πετρελαίου
石組み いしぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 διάταξη πετρών σε κήπο
石窯 いしがま

ουσιαστικό

  1. 01 πετρόχτιστος φούρνος, φούρνος από τούβλα
石灯籠 いしどうろう

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρινο φανάρι
石器時代 せっきじだい

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή του λίθου
石器 せっき

ουσιαστικό

  1. 01 λίθινο εργαλείο (π.χ. αιχμές βελών της λίθινης εποχής)
石高 こくだか

ουσιαστικό

  1. 01 γεωργική απόδοση, συγκομιδή
  2. 02 επίδομα (αρχικά υπολογισμένο βάσει της σοδειάς), μισθός
石製 せきせい

ουσιαστικό

  1. 01 πετρινος, κατασκευασμενος απο πετρα
石屋 いしや

ουσιαστικό

  1. 01 έμπορος λίθων, πετράς
石英 せきえい

ουσιαστικό

  1. 01 χαλαζίας
石弓 いしゆみ

ουσιαστικό

  1. 01 βαλλίστρα (συμπεριλαμβανομένων μεγάλων μοντέλων που χειρίζονται από πολλά άτομα)
  2. 02 δικτυωτή κατασκευή πάνω σε τείχος που περιέχει μεγάλες πέτρες, οι οποίες ρίχνονταν στους επιτιθέμενους κόβοντας το δίχτυ
  3. 03 σφεντόνα, καταπέλτης
石斧 せきふ

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρινος πέλεκυς
石油ストーブ せきゆストーブ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμάστρα πετρελαίου, σόμπα πετρελαίου
石地蔵 いしじぞう

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρινο άγαλμα του Τζίζο (συχνά βρίσκεται κατά μήκος δρόμων)
  2. 02 λιγομίλητος άνθρωπος, πρόσωπο που δεν ενδιαφέρεται για τον έρωτα
石仏 せきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρινο βουδιστικό άγαλμα
  2. 02 απαθές άτομο, λακωνικό άτομο
石鹸の泡 せっけんのあわ

ουσιαστικό

  1. 01 αφρός σαπουνιού, σαπουνάδα
石筍 せきじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 σταλαγμίτης
石細工 いしざいく

ουσιαστικό

  1. 01 λιθοδομή, λιθοτεχνία