104 αποτελέσματα για «砂»
砂防 さぼう
ουσιαστικό
- 01 αντιδιαβρωτική προστασία, έλεγχος διάβρωσης
砂土 さど
ουσιαστικό
- 01 αμμώδες έδαφος
砂浴び すなあび
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αμμόλουτρο, αμμολουσία
砂糖大根 さとうだいこん
ουσιαστικό
- 01 ζαχαρότευτλο
砂紋 さもん
ουσιαστικό
- 01 κυματισμός αμμοχάλικου (σε ιαπωνικό κήπο)
- 02 ρυτίδωση, αμμοθινώδες αποτύπωμα
砂糖黍 さとうきび
ουσιαστικό
- 01 ζαχαροκάλαμο (Saccharum officinarum)
砂防ダム さぼうダム
ουσιαστικό
- 01 φράγμα συγκράτησης εδάφους, εμπόδιο ενάντια στις κατολισθήσεις φερτών υλικών
砂鼠 すなねずみ
ουσιαστικό
- 01 μογγολική ιεροβίλη (Meriones unguiculatus), μογγολικό τζερντ
砂かぶり すなかぶり
ουσιαστικό
- 01 θέσεις ακριβώς δίπλα στο ρινγκ, θέση κοντά στο παλαίστρα
砂塵嵐 さじんあらし
ουσιαστικό
- 01 αμμοθύελλα, θύελλα σκόνης
砂かぶり席 すなかぶりせき
ουσιαστικό
- 01 θέση κοντά στο ρινγκ (θέση σούνακαμπουρί)
砂糖の衣 さとうのころも
ουσιαστικό
- 01 γλάσο (π.χ. σε κέικ), επικάλυψη ζάχαρης
砂嚢 さのう
ουσιαστικό
- 01 στόμαχος, γαστήρ
- 02 σάκος με άμμο
砂漠気候 さばくきこう
ουσιαστικό
- 01 ερημικό κλίμα, ξηρό κλίμα
砂嘴 さし
ουσιαστικό
- 01 αμμογλωσσίδα
砂石 させき
ουσιαστικό
- 01 άμμος και πέτρα, βότσαλο
砂ずり すなずり
ουσιαστικό
- 01 στομάχι κοτόπουλου
- 02 λιπαρή κοιλιά ψαριού
- 03 λείανση με άμμο
- 04 αμμοβολή ή φινίρισμα με άμμο (π.χ. φινίρισμα τοίχου με αμμοκονίαμα)
砂糖楓 さとうかえで
ουσιαστικό
- 01 ζαχαρόσφενδαμος (Acer saccharum), σφένδαμος ο πετρώδης
砂路 いさごじ
ουσιαστικό
- 01 αμμώδες μονοπάτι, αμμώδης δρόμος
砂糖蜜 さとうみつ
ουσιαστικό
- 01 σιρόπι, μελάσα