49 αποτελέσματα για «礼»
礼讃舞 らいさんまい
ουσιαστικό
- 01 χορευτική παράσταση για την εξύμνηση του Βούδα, η οποία συνοδεύει την απαγγελία ενός γκάθα (στη βουδιστική αίρεση της Αγνής Χώρας)
礼紙 らいし
ουσιαστικό
- 01 χαρτί για το τύλιγμα επιστολής
- 02 περιθώριο επιστολής
礼す らいす
ρήμα
- 01 λατρεύω, προσκυνώ
礼文草 れぶんそう
ουσιαστικό
- 01 Oxytropis megalantha (είδος φυτού της οικογένειας των ψυχανθών)
礼儀正しさ れいぎただしさ
ουσιαστικό
- 01 ευγένεια, αβρότητα
礼事 いやごと
ουσιαστικό
- 01 λόγια ευγνωμοσύνης
- 02 τρόποι, ευγένεια, εθιμοτυπία
礼堂 れいどう
ουσιαστικό
- 01 μικρό κτίριο που χρησιμοποιείται για λατρεία ή απαγγελία σούτρα (βρίσκεται μπροστά από την κεντρική αίθουσα ενός βουδιστικού ναού)
礼を欠く れいをかく
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι αγενής, είμαι αδιάκριτος, στερούμαι τρόπων
礼
- 01 χαιρετώ
- 02 υποκλίνομαι
- 03 τελετή
- 04 ευχαριστία
- 05 αμοιβή