49 αποτελέσματα για «穴»
穴じゃくし あなじゃくし
ουσιαστικό
- 01 τρυπητή κουτάλα, κουτάλα με σχισμές
穴燕 あなつばめ
ουσιαστικό
- 01 ανατσουμπάμε (είδος μικρού πτηνού της οικογένειας των αποδηδιδών που φωλιάζει σε σπηλιές)
穴冠 あなかんむり
ουσιαστικό
- 01 το ριζικό ανάκανμουρι (που σημαίνει "τρύπα") στο πάνω μέρος του χαρακτήρα
穴掘梟 あなほりふくろう
ουσιαστικό
- 01 τριχοφάγος κουκουβάγια (Athene cunicularia)
穴あけパンチ あなあけパンチ
ουσιαστικό
- 01 διατρητικό χαρτιού
穴一 あないち
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι ρίψης κερμάτων σε τρύπα, αναΐτσι
穴蝦蛄 アナジャコ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική γαρίδα της λάσπης (Upogebia major)
穴埋め問題 あなうめもんだい
ουσιαστικό
- 01 ερώτηση συμπλήρωσης κενών, τεστ συμπλήρωσης κειμένου (δηλαδή κείμενο από το οποίο έχουν αφαιρεθεί λέξεις)
穴
- 01 τρύπα, οπή
- 02 άνοιγμα, οπή
- 03 σχισμή, χαραμάδα
- 04 σπηλιά
- 05 φωλιά, άντρο