80 αποτελέσματα για «端»

端山 はやま

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβουνο, χαμηλός λόφος, άκρη οροσειράς
端点 たんてん

ουσιαστικό

  1. 01 άγκυρα, κόμβος ακραίου σημείου, περιφερειακός κόμβος
端綱 はづな

ουσιαστικό

  1. 01 χαλινάρι
はした

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κλάσμα, υπόλοιπο
  2. 02 περίσσευμα χρημάτων, ψιλά
  3. 03 χαμηλόβαθμη υπηρέτρια
端武者 はむしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 απλός στρατιώτης
端側吻合 たんそくふんごう

ουσιαστικό

  1. 01 τελικοπλάγια αναστόμωση
端銭 はせん

ουσιαστικό

  1. 01 ψιλά, μικροποσά
端物 はもの

ουσιαστικό

  1. 01 ασύμμετρο σύνολο, ελλιπές σύνολο
  2. 02 διάφορα μικροπράγματα, απομεινάρια
端書き はしがき

ουσιαστικό

  1. 01 πρόλογος, εισαγωγή
  2. 02 επίλογος
端なくも はしなくも

επίρρημα

  1. 01 αναπάντεχα, τυχαία ή κατά λάθος
端ミシン はしミシン

ουσιαστικό

  1. 01 γαζωμένη άκρη, ραφή στην άκρη
端面 たんめん

ουσιαστικό

  1. 01 ακμή, ακραία επιφάνεια, μετωπική επιφάνεια
端線 たんせん

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη
端女郎 はしじょろう

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη χαμηλής κατηγορίας με άδεια (κατά την περίοδο Έντο)
端株 はかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κλάσμα μετοχής (για παράδειγμα, κατά την αγορά ή πώληση μετοχών)
端反り はぞり

ουσιαστικό

  1. 01 προς τα έξω κυρτωμένο χείλος μπολ, χείλος μπολ που κάμπτεται προς τα έξω
端数処理 はすうしょり

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλοποίηση αριθμών (για παράδειγμα στον πλησιέστερο ακέραιο)
端末入力 たんまつにゅうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 είσοδος δεδομένων τερματικού
端喰 はしばみ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκάρσιο ξύλο που ενώνει δύο ή περισσότερες σανίδες (ξυλουργική)
端末種別 たんまつしゅべつ

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος τερματικού