68 αποτελέσματα για «笑»
笑ける わらける
ρήμα
- 01 ξεσπώ σε γέλια, αρχίζω να γελάω, προκαλώ γέλιο
笑気 しょうき
ουσιαστικό
- 01 αέριο του γέλιου, υποξείδιο του αζώτου
笑う門には福来る わらうかどにはふくきたる
άλλο, ρήμα
- 01 γελάω και παχαίνω, η καλή τύχη και η ευτυχία έρχονται στο σπίτι εκείνων που χαμογελούν
笑い泣き わらいなき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γέλια μέχρι δακρύων
笑い茸 わらいたけ
ουσιαστικό
- 01 παναίολος ο πεταλοειδής (είδος δηλητηριώδους μανιταριού)
笑わかす わらわかす
ρήμα
- 01 κάνω κάποιον να γελάσει, προκαλώ γέλιο
笑いジワ わらいジワ
ουσιαστικό
- 01 ρυτίδα έκφρασης, ρινοχειλική αύλακα
笑み割れる えみわれる
ρήμα
- 01 ραγίζω
笑門来福 しょうもんらいふく
άλλο
- 01 η καλή τύχη και η ευτυχία έρχονται στο σπίτι εκείνων που χαμογελούν
笑い絵 わらいえ
ουσιαστικό
- 01 κωμική εικόνα, αστεία εικονογράφηση
- 02 σούνγκα, πορνογραφική εικόνα
笑い川蝉 わらいかわせみ
ουσιαστικό
- 01 γελαστός κουκαμπάρα (Dacelo novaeguineae)
笑い仏 わらいぼとけ
ουσιαστικό
- 01 χαμογελαστός Βούδας (άγαλμα), γελών Βούδας
笑われ者 わらわれもの
ουσιαστικό
- 01 περίγελος, αντικείμενο χλευασμού
笑納 しょうのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρακαλώ δέξου (αυτό)
笑い鴎 わらいかもめ
ουσιαστικό
- 01 γελαρόγλαρος (Leucophaeus atricilla)
笑顔千両 えがおせんりょう
ουσιαστικό
- 01 ένα πανέμορφο χαμόγελο, η μεγάλη γοητεία που εκπέμπει το χαμόγελο κάποιου
笑い本 わらいぼん
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο με ερωτικές εικόνες, πορνογραφικό βιβλίο
笑える わらえる
ρήμα
- 01 γελάω, ξεσπάω σε γέλια, αναγκάζομαι να γελάσω
- 02 αστείος, γελοίος, αυτός που προκαλεί γέλιο, αυτός που κάνει κάποιον να χαμογελάσει
笑壺の会 えつぼのかい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 συγκέντρωση που είναι ευχάριστη για όλους τους παρευρισκόμενους
笑わせる わらわせる
ρήμα
- 01 κάνω (κάποιον) να γελάσει, προκαλώ γέλιο