91 αποτελέσματα για «筋»

筋の良い すじのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έχω έφεση (σε), έχω ταλέντο (σε)
筋肉労働 きんにくろうどう

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική ή χειρωνακτική εργασία
筋弛緩薬 きんしかんやく

ουσιαστικό

  1. 01 μυοχαλαρωτικό
筋肉注射 きんにくちゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδομυϊκή ένεση
筋状 すじじょう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμωτός, ραβδωτός, ταινιωτός
筋向こう すじむこう

ουσιαστικό

  1. 01 διαγώνια απέναντι
筋向かい すじむかい

ουσιαστικό

  1. 01 διαγώνια απέναντι
筋群 きんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 μυοτόμιο, μυϊκή ομάδα
筋肉弛緩剤 きんにくしかんざい

ουσιαστικό

  1. 01 μυοχαλαρωτικό
筋肉内 きんにくない

ουσιαστικό

  1. 01 ενδομυϊκός
筋注 きんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδομυϊκή ένεση
筋痛 きんつう

ουσιαστικό

  1. 01 μυαλγία, μυϊκός πόνος
筋炎 きんえん

ουσιαστικό

  1. 01 μυοσίτιδα
筋収縮 きんしゅうしゅく

ουσιαστικό

  1. 01 μυϊκή σύσπαση
筋細胞 きんさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 μυϊκό κύτταρο
筋電図 きんでんず

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρομυογράφημα, ηλεκτρομυογραφία
筋断裂 きんだんれつ

ουσιαστικό

  1. 01 μυϊκή ρήξη, μυορρηξία
筋緊張 きんきんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μυϊκός τόνος
  2. 02 μυοτονία
筋萎縮 きんいしゅく

ουσιαστικό

  1. 01 αμυοτροφία, μυϊκή ατροφία, ατροφία από αχρησία
筋無力症 きんむりょくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 μυασθένεια