46 αποτελέσματα για «算»
算術論理演算機構 さんじゅつろんりえんざんきこう
ουσιαστικό
- 01 αριθμητική και λογική μονάδα, αριθμητική και λογική μονάδα επεξεργασίας
算術論理演算装置 さんじゅつろんりえんざんそうち
ουσιαστικό
- 01 αριθμητική και λογική μονάδα, ALU
算術和 さんじゅつわ
ουσιαστικό
- 01 αριθμητικό άθροισμα
算法言語 さんぽうげんご
ουσιαστικό
- 01 αλγοριθμική γλώσσα
算数障害 さんすうしょうがい
ουσιαστικό
- 01 δυσαριθμησία, διαταραχή μαθηματικών ικανοτήτων
算
- 01 υπολογίζω
- 02 μαντεία
- 03 αριθμός
- 04 άβακας
- 05 πιθανότητα