81 αποτελέσματα για «節»

せち

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή, χρονική περίοδος
  2. 02 εποχιακή γιορτή
  3. 03 εποχιακό συμπόσιο, εποχιακό γεύμα
節間 せつかん

ουσιαστικό

  1. 01 μεσογονάτιο διάστημα
節婦 せっぷ

ουσιαστικό

  1. 01 ενάρετη σύζυγος, πιστή σύζυγος
節付け ふしづけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μελοποίηση, σύνθεση
節先生 たかしせんせい

άλλο

  1. 01 διαδοχικός δάσκαλος, διαδοχικός καθηγητής
節気 せっき

ουσιαστικό

  1. 01 σεκί, οι 24 διαιρέσεις του ηλιακού έτους, 24 όροι που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν την αλλαγή των εποχών
節点 せってん

ουσιαστικό

  1. 01 κόμβος, κομβικό σημείο
  2. 02 άρθρωση (π.χ. σε έναν σκελετό)
節用 せつよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οικονομία, περιορισμός εξόδων
節米 せつまい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξοικονόμηση ρυζιού
節足動物門 せっそくどうぶつもん

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρόποδα
節を曲げない せつをまげない

άλλο, επίθετο

  1. 01 μένω αμετακίνητος, εμμένω στις αρχές μου, δεν υποχωρώ καθόλου
節用集 せつようしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σετσουγιοσού (ιαπωνικό λεξικό της περιόδου Μουρομάτσι)
節の見出し せつのみだし

ουσιαστικό

  1. 01 επικεφαλίδα ενότητας
節句働き せっくばたらき

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία κατά την ημέρα αργίας (για αναπλήρωση χαμένου χρόνου ή για δημιουργία εντύπωσης)
節糸 ふしいと

ουσιαστικό

  1. 01 φουσί-ιτο, μεταξωτή κλωστή με κόμπους
節榑 ふしくれ

ουσιαστικό

  1. 01 ροζώδες ξύλο ή δέντρο
節煙 せつえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιορισμός του καπνίσματος
節博士 ふしはかせ

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδια τονισμού (μουσικά)
節果 せつか

ουσιαστικό

  1. 01 λωτός καρπός, λοβός (βοτανικός όρος)
節織り ふしおり

ουσιαστικό

  1. 01 φτιαγμένος από μετάξι με κόμπους