61 αποτελέσματα για «粉»
粉じん爆発 ふんじんばくはつ
ουσιαστικό
- 01 έκρηξη σκόνης
粉種 ふんしゅ
ουσιαστικό
- 01 κωδικός ανάμειξης (μεταλλουργία, κατασκευή)
粉末冶金 ふんまつやきん
ουσιαστικό
- 01 μεταλλουργία κόνεως
粉だに こなだに
ουσιαστικό
- 01 ακάρεο της σκόνης (οποιοδήποτε ακάρεο της οικογένειας Ακαρίδες)
粉吹金亀子 こふきこがね
ουσιαστικό
- 01 κοφουκικόγκανε (είδος σκαθαριού, Melolontha japonica)
粉味噌 こなみそ
ουσιαστικό
- 01 κοπανιστό μίσο
粉屋の泥棒 こなやのどろぼう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 υπερβολικά βαμμένη γυναίκα, κλέφτης αλευράδικου
粉飴 こなあめ
ουσιαστικό
- 01 αλεύρι αμύλου, στέρεα σιρόπια καλαμποκιού, σκόνη σιροπιού καλαμποκιού
粉剤 ふんざい
ουσιαστικό
- 01 φαρμακευτική σκόνη
粉瘤 ふんりゅう
ουσιαστικό
- 01 αθήρωμα
粉っぽい こなっぽい
επίθετο
- 01 αλευρώδης, σαν πούδρα
粉ひき こなひき
ουσιαστικό
- 01 διαδικασία αλέσματος (δημητριακών)
- 02 μυλωνάς
粉虱 コナジラミ
ουσιαστικό
- 01 αλευρώδης (είδη της οικογένειας Aleyrodidae)
粉粒体 ふんりゅうたい
ουσιαστικό
- 01 κοκκώδες υλικό, χύδην υλικό
粉からし こなからし
ουσιαστικό
- 01 σκόνη σιναπιού
粉引 こひき
ουσιαστικό
- 01 τεχνική κεραμικής που χρησιμοποιεί λευκό πηλό κάτω από διαφανές εφυάλωμα
粉芽 ふんが
ουσιαστικό
- 01 σορέδιο (αναπαραγωγικό σώμα λειχήνων)
粉韲 ふんせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κονιορτοποίηση
粉体塗装 ふんたいとそう
ουσιαστικό
- 01 βαφή πούδρας
粉体工学会 ふんたいこうがっかい
ουσιαστικό
- 01 Εταιρεία Τεχνολογίας Σκόνης, Ιαπωνία