287 αποτελέσματα για «精»

精神構造 せいしんこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική δομή
精神科医 せいしんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχίατρος
精神統一 せいしんとういつ

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική συγκέντρωση (σε κάποια εργασία)
精密機械 せいみつきかい

ουσιαστικό

  1. 01 όργανο ακριβείας ή μηχάνημα ακριβείας
精魂 せいこん

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχή, πνεύμα
精妙 せいみょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εξαίσιος, κομψός, εκλεπτυσμένος
精神感応 せいしんかんのう

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεπάθεια
精髄 せいずい

ουσιαστικό

  1. 01 ουσία, πυρήνας, πνεύμα, πεμπτουσία
精神的苦痛 せいしんてきくつう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική οδύνη, ψυχική ταλαιπωρία
精兵 せいびょう

ουσιαστικό

  1. 01 επίλεκτοι στρατιώτες, επίλεκτα στρατεύματα
精確 せいかく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λεπτομερής και ακριβής, εξαντλητικός και ακριβής, σχολαστικός, με λεπτομέρεια
精神病院 せいしんびょういん

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχιατρείο
精神安定剤 せいしんあんていざい

ουσιαστικό

  1. 01 ηρεμιστικό, αγχολυτικό
精根尽き果てる せいこんつきはてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξαντλώ όλη μου την ενέργεια και τη δύναμη της θέλησης, καταβάλλομαι πλήρως (και στερούμαι κάθε διάθεσης για συνέχεια)
精細 せいさい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λεπτός, εξαντλητικός, αναλυτικός, σχολαστικός, ακριβής
精神疾患 せいしんしっかん

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική διαταραχή, ψυχική νόσος
精力剤 せいりょくざい

ουσιαστικό

  1. 01 αφροδισιακό
精巣 せいそう

ουσιαστικό

  1. 01 όρχις
精密機器 せいみつきき

ουσιαστικό

  1. 01 εξοπλισμός ακριβείας, ευαίσθητος εξοπλισμός
精根 せいこん

ουσιαστικό

  1. 01 ενέργεια, ζωτικότητα, ψυχικό σθένος