46 αποτελέσματα για «糞»

糞腸 くそわた

ουσιαστικό

  1. 01 στομάχι, έντερα
糞葛 くそかずら

ουσιαστικό

  1. 01 παεδέριαι η δυσώδης, κουσόκαζουρα (αναρριχώμενο φυτό με έντονη οσμή), κινέζικο αναρριχώμενο φυτό του πυρετού
糞の役にも立たぬ くそのやくにもたたぬ

άλλο

  1. 01 εντελώς άχρηστος
  2. 02 τελείως ανούσιος
糞桶 くそおけ

ουσιαστικό

  1. 01 κουβάς για τη μεταφορά κοπράνων
糞尿処理 ふんにょうしょり

ουσιαστικό

  1. 01 επεξεργασία λυμάτων
  1. 01 σκατά
  2. 02 κόπρανα
  3. 03 περιττώματα