148 αποτελέσματα για «紅»
紅玉髄 べにぎょくずい
ουσιαστικό
- 01 σαρδόνυχας
紅軍 こうぐん
ουσιαστικό
- 01 κόκκινος στρατός, κόκκινος στρατός εργατών και αγροτών της κίνας
紅麹 べにこうじ
ουσιαστικό
- 01 μονάσκος ο πορφυρούς (είδος μύκητα), ανγκ-χάκ
紅衛兵 こうえいへい
ουσιαστικό
- 01 Κόκκινοι Φρουροί (κινεζική παραστρατιωτική οργάνωση)
紅の袴 くれないのはかま
ουσιαστικό
- 01 κόκκινο χακάμα (που φοριέται από ιέρειες μίκο ή ευγενείς γυναίκες στην αυλή)
紅茶キノコ こうちゃキノコ
ουσιαστικό
- 01 κομπούχα, ρόφημα βόρειας κινεζικής προέλευσης που παρασκευάζεται από τη ζύμωση σακχαρούχου τσαγιού
紅中 ホンちゅう
ουσιαστικό
- 01 πλακίδιο του κόκκινου δράκου
紅白試合 こうはくじあい
ουσιαστικό
- 01 αναμέτρηση μεταξύ δύο ομάδων
- 02 προπονητικός αγώνας με μία ομάδα χωρισμένη σε δύο μέρη, εσωτερικός αγώνας
紅赤 べにあか
ουσιαστικό
- 01 μπενιάκα, ποικιλία γλυκοπατάτας με κόκκινη φλούδα και γλυκιά κίτρινη σάρκα, προϊόν της περιοχής Καβαγκόε
- 02 ζωηρό κόκκινο με κίτρινες αποχρώσεις
紅斑性狼瘡 こうはんせいろうそう
ουσιαστικό
- 01 ερυθηματώδης λύκος
紅巾の乱 こうきんのらん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 Εξέγερση των Ερυθρών Φαιοχιτώνων (Κίνα· 1351-1366)
紅藻類 こうそうるい
ουσιαστικό
- 01 ροδοφύκη, κόκκινα άλγη
紅芋 べにいも
ουσιαστικό
- 01 πτερυγοειδής διοσκουρέα, πτερυγοειδής γιαμ
- 02 γλυκοπατάτα με μωβ σάρκα
- 03 Κώνος ο πενιχρός (είδος θαλάσσιου σαλιγκαριού)
紅樹 こうじゅ
ουσιαστικό
- 01 μανγκρόβιο (ειδικότερα το μαύρο μανγκρόβιο, Μπρουγκιέρα η γυμνόρριζος)
- 02 δέντρο με κόκκινα φύλλα ή άνθη
紅顔可憐 こうがんかれん
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 νεανικός και χαριτωμένος, ροδαλός και γλυκός
紅梅焼 こうばいやき
ουσιαστικό
- 01 κομπαιιάκι (είδος σενμπέι με σχήματα, π.χ. ανθός δαμασκηνιάς)
紅葉に鹿 もみじにしか
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ιδανικός συνδυασμός, ταιριαστό ζευγάρι, εξαιρετική σύζευξη, ελάφι σίκα και φύλλα σφενδάμου (ένα συνηθισμένο μοτίβο στην ποίηση και την κλασική ιαπωνική ζωγραφική)
紅葉おろし もみじおろし
ουσιαστικό
- 01 τριμμένο ραπάνι ντάικον και τσίλι, ολόκληρο ραπάνι ντάικον με ένα τσίλι χωμένο στο εσωτερικό του που τρίβονται μαζί
- 02 τριμμένο ραπάνι ντάικον και καρότο
紅綬褒章 こうじゅほうしょう
ουσιαστικό
- 01 παράσημο με κόκκινη κορδέλα
紅鱒 べにます
ουσιαστικό
- 01 σολομός σόκκαϊ (Oncorhynchus nerka)