45 αποτελέσματα για «累»

累積和 るいせきわ

ουσιαστικό

  1. 01 αθροιστικό άθροισμα
累加的 るいかてき

επίθετο

  1. 01 σωρευτικός
累進焦点レンズ るいしんしょうてんレンズ

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτικός φακός, πολυεστιακός φακός
累進的 るいしんてき

επίθετο

  1. 01 προοδευτικός (φόρος, κ.λπ.), κλιμακωτός
  1. 01 συσσωρεύω
  2. 02 εμπλοκή
  3. 03 πρόβλημα, μπελάς
  4. 04 δεσμεύω, απασχολώ
  5. 05 συνεχώς