131 αποτελέσματα για «終»

終業時間 しゅうぎょうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα λήξης εργασίας
終演 しゅうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τέλος παράστασης
終盤戦 しゅうばんせん

ουσιαστικό

  1. 01 τελική φάση της εκστρατείας
終始一貫 しゅうしいっかん

επίρρημα

  1. 01 συνεπώς, αμετάβλητα, καθ' όλη τη διάρκεια
終わりかけ おわりかけ

ουσιαστικό

  1. 01 τελική φάση, τελευταίο κομμάτι, τέλος
終の棲家 ついのすみか

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 το τελευταίο σπίτι κάποιου, η κατοικία στην οποία αποσύρεται κανείς για το υπόλοιπο της ζωής του
終極 しゅうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 τελικός, έσχατος
終礼 しゅうれい

ουσιαστικό

  1. 01 συγκέντρωση στο τέλος της ημέρας (σε εταιρεία ή σχολείο, κλπ.)
終わりよければすべてよし おわりよければすべてよし

άλλο

  1. 01 τέλος καλό, όλα καλά, στο τέλος όλα θα πάνε καλά
終末論 しゅうまつろん

ουσιαστικό

  1. 01 εσχατολογία, θεωρία για τη συντέλεια του κόσμου, αποκαλυπτισμός
終身雇用 しゅうしんこよう

ουσιαστικό

  1. 01 ισόβια απασχόληση, μόνιμη απασχόληση
終末期 しゅうまつき

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό στάδιο, τερματικό στάδιο
終了日 しゅうりょうび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία λήξης
終止 しゅうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τερματισμός, παύση, σταμάτημα
終列車 しゅうれっしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίο τρένο της ημέρας
終バス しゅうバス

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίο δρομολόγιο λεωφορείου
終曲 しゅうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 φινάλε, καταληκτικό μέρος
終夜営業 しゅうやえいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιχείρηση που λειτουργεί καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας
終活 しゅうかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προετοιμασία για τον θάνατο κάποιου
終戦記念日 しゅうせんきねんび

ουσιαστικό

  1. 01 επέτειος του τέλους ενός πολέμου (ειδικότερα για το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στις 15 Αυγούστου)