134 αποτελέσματα για «組»

組み替え くみかえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδιάταξη (τάξεων), ανασύνθεση, ανασυνδυασμός, αναταξινόμηση
組織図 そしきず

ουσιαστικό

  1. 01 οργανόγραμμα
組閣 そかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχηματισμός κυβέρνησης
組み打ち くみうち

ουσιαστικό

  1. 01 παλαίβω, συμπλέκομαι, παλεύω σώμα με σώμα
  2. 02 νίκη επί του εχθρού στο πεδίο της μάχης
組織改革 そしきかいかく

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωτική αλλαγή, οργανωτική μεταρρύθμιση
組屋敷 くみやしき

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία για σαμουράι χαμηλής τάξης εγγεγραμμένους σε αστυνομικά σώματα (περίοδος Έντο)
組織票 そしきひょう

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωμένες ψήφοι (π.χ. συνδικαλιστικής οργάνωσης), ψήφοι μηχανισμού
組を作る くみをつくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω ομάδα
組んず解れつ くんずほぐれつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πλεγμένος σε συμπλοκή
組織論 そしきろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία οργανώσεων, οργανωσιακή θεωρία
組版 くみはん

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχειοθεσία, σελιδοποίηση
  2. 02 καλούπι, μορφή
組織再編 そしきさいへん

ουσιαστικό

  1. 01 αναδιοργάνωση, αναδιάρθρωση
組織者 そしきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωτής
組子 くみこ

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος (μιας ομάδας που καθοδηγείται από έναν κουμιγκάσιρα), μέλος (πυροσβεστικής ομάδας)
  2. 02 διαχωριστικό δοκάρι, ορθοστάτης, δομικό στοιχείο, πλέγμα
組織体 そしきたい

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωτική οντότητα, οργανισμός, σώμα
組織学 そしきがく

ουσιαστικό

  1. 01 ιστολογία
組合費 くみあいひ

ουσιαστικό

  1. 01 συνδρομή συνδικάτου
組織委 そしきい

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωτική επιτροπή
組歌 くみうた

ουσιαστικό

  1. 01 παραλλαγή δημοτικού τραγουδιού, παραλλαγή μουσικής για κότο ή σαμισέν, ποτπουρί (ιαπωνικών) τραγουδιών
組合員証 くみあいいんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κάρτα μέλους συνδικάτου