68 αποτελέσματα για «給»

給水栓 きゅうすいせん

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβεστικός κρουνός, βρύση, στρόφιγγα
給与所得 きゅうよしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες
給与水準 きゅうよすいじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδο μισθού, μισθολογική κλίμακα
給排水 きゅうはいすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ύδρευση και αποχέτευση
給水管 きゅうすいかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας υδροδότησης
給油艦 きゅうゆかん

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαιοφόρο, στρατιωτικό πλοίο ανεφοδιασμού καυσίμων
給気 きゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 παροχή αέρα, αερισμός
給茶機 きゅうちゃき

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματος διανομέας τσαγιού (σε χώρους διαλείμματος γραφείων), μηχανή τσαγιού
給油船 きゅうゆせん

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαιοφόρο, πλοίο ανεφοδιασμού, φορτηγίδα καυσίμων
給紙トレイ きゅうしトレイ

ουσιαστικό

  1. 01 υποδοχέας χαρτιού (εκτυπωτή), δίσκος τροφοδοσίας χαρτιού
給え たまえ

επίθημα

  1. 01 παρακαλώ
給水制限 きゅうすいせいげん

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμός υδροδότησης
給電線 きゅうでんせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή τροφοδοσίας
給源 きゅうげん

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή εφοδιασμού
給金相撲 きゅうきんずもう

ουσιαστικό

  1. 01 αναμέτρηση που καθορίζει αν ένας ρίκισι θα έχει περισσότερες νίκες από ήττες
給紙機 きゅうしき

ουσιαστικό

  1. 01 τροφοδότης χαρτιού
給料支払小切手 きゅうりょうしはらいこぎって

ουσιαστικό

  1. 01 επιταγή μισθοδοσίας
給料明細表 きゅうりょうめいさいひょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, απόδειξη μισθοδοσίας
給送 きゅうそう

ουσιαστικό

  1. 01 τροφοδοτώ, τροφοδοσία
給水船 きゅうすいせん

ουσιαστικό

  1. 01 υδροφόρο πλοίο, πλοίο που μεταφέρει νερό