112 αποτελέσματα για «統»

統監 とうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εποπτεία, επόπτης
統一行動 とういつこうどう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή δράση, ενιαία δράση
統覚 とうかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιληπτική συνείδηση
統計処理 とうけいしょり

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστική επεξεργασία
統計表 とうけいひょう

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστικός πίνακας ή διάγραμμα
統一化 とういつか

ουσιαστικό

  1. 01 ενοποίηση
統幕 とうばく

ουσιαστικό

  1. 01 γενικό επιτελείο
統計解析 とうけいかいせき

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστική ανάλυση
統括組織 とうかつそしき

ουσιαστικό

  1. 01 ομπρέλα-οργανισμός, συνομοσπονδία, κεντρικός φορέας
統合計画 とうごうけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο ενοποίησης
統語論 とうごろん

ουσιαστικό

  1. 01 συντακτικό
統計量 とうけいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστικό μέγεθος
統計図表 とうけいずひょう

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστικό διάγραμμα, στατιστικό γράφημα
統計値 とうけいち

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστική τιμή
統括団体 とうかつだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομπρέλα-οργανισμός, διοικητικό όργανο, φορέας εποπτείας
統計情報 とうけいじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστική πληροφορία, στατιστικά στοιχεία
統合性 とうごうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ακεραιότητα, συνοχή
統失 とうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 σχιζοφρένεια
統計分析 とうけいぶんせき

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστική ανάλυση
統計年鑑 とうけいねんかん

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστική επετηρίδα