66 αποτελέσματα για «継»
継ぎ歯 つぎば
ουσιαστικό
- 01 στεφάνη, θήκη (οδοντιατρική)
継息子 ままむすこ
ουσιαστικό
- 01 θετός γιος
継ぎ物 つぎもの
ουσιαστικό
- 01 κάνω μπάλωμα, αντικείμενο που χρειάζεται μπάλωμα
継ぎ紙 つぎがみ
ουσιαστικό
- 01 κολλάζ χαρτιού (διακοσμητική τεχνική όπου ενώνονται κομμάτια χαρτιού διαφορετικών χρωμάτων ή σχεδίων)
継端 つぎは
ουσιαστικό
- 01 ευκαιρία για συνέχιση μιας συζήτησης
継ぎ切れ つぎぎれ
ουσιαστικό
- 01 μπάλωμα (για επιδιόρθωση ρούχων, υφασμάτων κ.λπ.)
継ぎ台 つぎだい
ουσιαστικό
- 01 σκαμπό (χρησιμοποιείται για να φτάσει κανείς ψηλά αντικείμενα)
- 02 υποκείμενο (στον εμβολιασμό)
継泳 けいえい
ουσιαστικό
- 01 σκυταλοδρομία κολύμβησης
継電鍵 けいでんけん
ουσιαστικό
- 01 κλειδί ρελέ
継夫 けいふ
ουσιαστικό
- 01 δεύτερος σύζυγος
継親 ままおや
ουσιαστικό
- 01 θετός γονέας
継粉 ままこ
ουσιαστικό
- 01 σβώλος αλευριού που δεν έχει αναμειχθεί
継父母 けいふぼ
ουσιαστικό
- 01 πατριός και μητριά
継続シグナル けいぞくシグナル
ουσιαστικό
- 01 σήμα συνέχισης
継続行 けいぞくぎょう
ουσιαστικό
- 01 γραμμή συνέχισης
継妹 ままいも
ουσιαστικό
- 01 ετεροθαλής αδελφή (νεότερη), ετεροθαλής αδελφή
継ぎ目なし鋼管 つぎめなしこうかん
ουσιαστικό
- 01 απρόσκοπτος χαλύβδινος σωλήνας
継続戦争 けいぞくせんそう
ουσιαστικό
- 01 Πόλεμος της Συνέχειας (μεταξύ Φινλανδίας και Σοβιετικής Ένωσης, 1941-1944)
継柱 けいちゅう
ουσιαστικό
- 01 πρόσθετος στύλος (οικοδομική, ηλεκτρολογία)
継続語 けいぞくご
ουσιαστικό
- 01 συνεχής