83 αποτελέσματα για «網»
網地 あみじ
ουσιαστικό
- 01 δικτυωτό ύφασμα, νήμα από το οποίο κατασκευάζονται τα δίχτυα
網目錦蛇 あみめにしきへび
ουσιαστικό
- 01 δικτυωτός πύθωνας (Python reticulatus)
網胃 あみい
ουσιαστικό
- 01 δικτυωτό στόμαχος (το δεύτερο τμήμα του στομάχου των μηρυκαστικών)
網リソース もうリソース
ουσιαστικό
- 01 δικτυακός πόρος, δικτυακοί πόροι
網エレメント もうエレメント
ουσιαστικό
- 01 στοιχείο δικτύου
網版 あみはん
ουσιαστικό
- 01 ημιτόνος
網頭 あみがしら
ουσιαστικό
- 01 το ριζικό που μοιάζει με δίχτυ στην κορυφή ενός χαρακτήρα kanji
網状組織 もうじょうそしき
ουσιαστικό
- 01 δικτυωτός ιστός, δίκτυο
網呑舟の魚を漏らす あみどんしゅうのうおをもらす
άλλο, ρήμα
- 01 ο νόμος έχει κενά αρκετά μεγάλα ώστε να ξεφύγουν οι πιο κακόβουλοι άνθρωποι, το μακρύ χέρι του νόμου δεν φτάνει παντού, ψάρια αρκετά μεγάλα για να καταπιούν βάρκες δεν πιάνονται στα δίχτυα
網鳥 あみどり
ουσιαστικό
- 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
網目蜉蝣 あみめかげろう
ουσιαστικό
- 01 νευρόπτερο (οποιοδήποτε έντομο της τάξης των Νευρόπτερων)
網星 あみぼし
ουσιαστικό
- 01 κινέζικος αστερισμός του Λαιμού (ένας από τους 28 σεληνιακούς οίκους)
網安定性 もうあんていせい
ουσιαστικό
- 01 σταθερότητα δικτύου
網効率 もうこうりつ
ουσιαστικό
- 01 αποδοτικότητα δικτύου
網識別子 もうしきべつし
ουσιαστικό
- 01 αναγνωριστικό δικτύου
網制御装置 もうせいぎょそうち
ουσιαστικό
- 01 συσκευή ελέγχου δικτύου
網点 あみてん
ουσιαστικό
- 01 τελεία ημιτονίου
- 02 δίχτυ ημιτονίων
網目状ネットワーク あみめじょうネットワーク
ουσιαστικό
- 01 δικτύωμα, πλέγμα δικτύου
網目状網 あみめじょうもう
ουσιαστικό
- 01 δικτυωτό πλέγμα
網石 あみいし
ουσιαστικό
- 01 πέτρα ή πέτρες που χρησιμοποιούνται για να βαραίνουν τα δίχτυα ψαρέματος