73 αποτελέσματα για «緊»

緊急援助 きんきゅうえんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη βοήθεια (π.χ. ανακούφιση από καταστροφές), ανθρωπιστική βοήθεια
緊縮政策 きんしゅくせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα λιτότητας, πολιτική λιτότητας
緊那羅 きんなら

ουσιαστικό

  1. 01 κιννάρα (ουράνιοι μουσικοί και προστάτες του Βουδισμού)
緊急救命室 きんきゅうきゅうめいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα επειγόντων περιστατικών, τμήμα επειγόντων
緊要地形 きんようちけい

ουσιαστικό

  1. 01 καίριο έδαφος
緊褌 きんこん

ουσιαστικό

  1. 01 περίζωμα
緊急自動車 きんきゅうじどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 όχημα έκτακτης ανάγκης
緊切 きんせつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 επείγων, επιτακτικός
緊急避妊薬 きんきゅうひにんやく

ουσιαστικό

  1. 01 φάρμακο επείγουσας αντισύλληψης
緊急部隊 きんきゅうぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα άμεσης επέμβασης
緊張型頭痛 きんちょうがたずつう

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλαλγία τάσης
緊褌一番 きんこんいちばん

ουσιαστικό

  1. 01 προετοιμάζομαι για μια δύσκολη προσπάθεια, συγκεντρώνω τις δυνάμεις μου
緊急避妊 きんきゅうひにん

ουσιαστικό

  1. 01 επείγουσα αντισύλληψη
緊縮財政政策 きんしゅくざいせいせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρο λιτότητας, δημοσιονομική λιτότητα
緊急宣言 きんきゅうせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης
緊急警報放送 きんきゅうけいほうほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα έκτακτης προειδοποίησης (ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές μεταδόσεις), σύστημα έκτακτης προειδοποίησης, ραδιοφωνική μετάδοση έκτακτης προειδοποίησης
緊急医療チーム きんきゅういりょうチーム

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα επείγουσας ιατρικής φροντίδας, ομάδα άμεσης ιατρικής βοήθειας
緊急雇用対策 きんきゅうこようたいさく

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτα μέτρα απασχόλησης, έκτακτα μέτρα δημιουργίας θέσεων εργασίας
緊急用事 きんきゅうようじ

ουσιαστικό

  1. 01 κατεπείγουσες υποθέσεις, επείγοντα καθήκοντα
緊急時環境線量情報予測システム きんきゅうじかんきょうせんりょうじょうほうよそくシステム

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα πρόβλεψης πληροφοριών για δόσεις ραδιενέργειας σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, SPEEDI