254 αποτελέσματα για «総»

総人口 そうじんこう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικός πληθυσμός
総務部 そうむぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα γενικών υποθέσεων, διοικητικό τμήμα
総司令部 そうしれいぶ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγείο
総指揮 そうしき

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατη διοίκηση, γενική διεύθυνση
総指揮官 そうしきかん

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατος διοικητής
総務省 そうむしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο εσωτερικών και επικοινωνιών
総取り そうどり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύστημα νικητής-τα-παίρνει-όλα, τα παίρνω όλα (κυρίως για κέρδη)
総当たり そうあたり

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτάθλημα όπου όλοι παίζουν με όλους
  2. 02 μηδενική πιθανότητα για λαχνό χωρίς κέρδος (σε λοταρία)
  3. 03 εξαντλητική αναζήτηση (στην κρυπτογραφία), δοκιμή όλων των συνδυασμών
総軍 そうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρος στρατός, συνολικός στρατός
総務課 そうむか

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα γενικών υποθέσεων
総和 そうわ

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό άθροισμα
  2. 02 άθροιση
総仕上げ そうしあげ

ουσιαστικό

  1. 01 τελική ολοκλήρωση, ξεκαθάρισμα εκκρεμοτήτων
総重量 そうじゅうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό βάρος
総髪 そうはつ

ουσιαστικό

  1. 01 χτενισμένος με τα μαλλιά δεμένα πίσω
総領 そうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότοκο παιδί, μεγαλύτερο παιδί
  2. 02 παιδί που συνεχίζει το οικογενειακό όνομα
  3. 03 αξιωματούχος προ-ριτσουριό εγκατεστημένος σε καίριες επαρχίες, υπεύθυνος για τη διοίκηση της επαρχίας του και των γύρω περιοχών
  4. 04 αρχηγός πολεμικής φατρίας (περίοδος Καμακούρα)
総領 すべおさ

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματούχος της προ-ριτσουριό περιόδου εγκατεστημένος σε καίριες επαρχίες, υπεύθυνος για τη διοίκηση της επαρχίας του και των γύρω περιοχών
総監督 そうかんとく

ουσιαστικό

  1. 01 γενικός διευθυντής, γενικός επόπτης, γενικός σκηνοθέτης (σε ταινία, κ.λπ.)
総評 そうひょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενικό σχόλιο
総資産 そうしさん

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικά περιουσιακά στοιχεία
総合優勝 そうごうゆうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 γενική νίκη, νίκη στη γενική κατάταξη