101 αποτελέσματα για «線»
線状降水帯 せんじょうこうすいたい
ουσιαστικό
- 01 γραμμική ζώνη βροχόπτωσης, μακρόστενη ζώνη έντονης βροχόπτωσης
線文字 せんもじ
ουσιαστικό
- 01 γραμμική γραφή (για παράδειγμα Γραμμική Α, Γραμμική Β)
線間隔 せんかんかく
ουσιαστικό
- 01 διάστημα γραμμών
線形動物門 せんけいどうぶつもん
ουσιαστικό
- 01 νηματώδη (συνομοταξία σκωλήκων)
線描画 せんびょうが
ουσιαστικό
- 01 γραμμικό σχέδιο
線グラフ せんグラフ
ουσιαστικό
- 01 γραμμικό διάγραμμα, γραμμική παράσταση
線形方程式 せんけいほうていしき
ουσιαστικό
- 01 γραμμική εξίσωση
線維芽細胞 せんいがさいぼう
ουσιαστικό
- 01 ινοβλάστης
線形システム せんけいシステム
ουσιαστικό
- 01 γραμμικό σύστημα
線維束 せんいそく
ουσιαστικό
- 01 δεσμίδα
- 02 δέσμη ινών
線維腫 せんいしゅ
ουσιαστικό
- 01 ινωδωμα
線形論理 せんけいろんり
ουσιαστικό
- 01 γραμμική λογική
線織面 せんしきめん
ουσιαστικό
- 01 ευθειογενής επιφάνεια
線形順序 せんけいじゅんじょ
ουσιαστικό
- 01 γραμμική προτεραιότητα, LP
線径 せんけい
ουσιαστικό
- 01 διάμετρος σύρματος
線スペクトル せんスペクトル
ουσιαστικό
- 01 γραμμικό φάσμα
線形虫 せんけいちゅう
ουσιαστικό
- 01 νηματόμορφο, τριχοφόρος σκώληκας, γορδιανός σκώληκας, τριχοσκώληκας (οποιοδήποτε από τα παρασιτικά σκωληκοειδή του φύλου Νηματόμορφα)
線量当量 せんりょうとうりょう
ουσιαστικό
- 01 δόση ισοδυνάμου
線形写像 せんけいしゃぞう
ουσιαστικό
- 01 γραμμική απεικόνιση
線形動物 せんけいどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 νηματώδης