76 αποτελέσματα για «縦»
縦射 じゅうしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλευρική βολή, πυρά κατά μήκος παράταξης
縦横家 じゅうおうか
ουσιαστικό
- 01 σχολή της διπλωματίας (φιλοσοφική σχολή κατά την περίοδο των Μαχόμενων Κρατών στην Κίνα)
縦四方固め たてしほうがため
ουσιαστικό
- 01 τάτε σίχο γκατάμε (τζούντο), κάθετη ακινητοποίηση τεσσάρων σημείων
縦横比 じゅうおうひ
ουσιαστικό
- 01 λόγος διαστάσεων
縦横自在 じゅうおうじざい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ελεύθερα, κατά βούληση, ενεργώ χωρίς κανέναν περιορισμό, με ανεμπόδιστη ενέργεια προς κάθε κατεύθυνση
縦しんば よしんば
επίρρημα
- 01 έστω και αν, ακόμη και αν, έστω και στην περίπτωση που
縦格子 たてごうし
ουσιαστικό
- 01 κάθετα κάγκελα, κάθετο δικτυωτό πλέγμα
縦断的 じゅうだんてき
επίθετο
- 01 διαμήκης
縦パス たてパス
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κάθετη πάσα (ποδόσφαιρο), πάσα προς τα εμπρός
縦の物を横にもしない たてのものをよこにもしない
άλλο
- 01 τεμπέλης που δεν κουνιέται ούτε για τα απολύτως απαραίτητα
縦目 たてめ
ουσιαστικό
- 01 μακρόινα (χαρτί)
縦割行政 たてわりぎょうせい
ουσιαστικό
- 01 κατακόρυφα κατακερματισμένο διοικητικό σύστημα, υπερβολικά διαμερισματοποιημένη γραφειοκρατία, σύστημα στο οποίο ο ανταγωνισμός μεταξύ των υπουργείων μειώνει τη συνολική αποτελεσματικότητα, γραφειοκρατικός τοπικισμός, ενδοϋπουργικός ανταγωνισμός, γραφειοκρατικά φέουδα
縦挽き たてびき
ουσιαστικό
- 01 πριόνι σκισίματος
縦ノリ たてのり
ουσιαστικό
- 01 πηδάω και κινούμαι ρυθμικά πάνω-κάτω ακολουθώντας τον παλμό της μουσικής
縦縞巾着鯛 たてじまきんちゃくだい
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικός αγγελόψαρος (Πομακάνθος ο αυτοκρατορικός)
縦樋 たてどい
ουσιαστικό
- 01 υδρορροή, κατακόρυφος σωλήνας αποστράγγισης
縦横無礙 じゅうおうむげ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 εντελώς ελεύθερος, που δρα χωρίς κανέναν περιορισμό
縦框 たてがまち
ουσιαστικό
- 01 ορθοστάτης, πλαίσιο πόρτας, παραστάδα, κατακόρυφο δομικό στοιχείο του σκελετού στα αριστερά ή δεξιά μιας πόρτας ή ενός παραθύρου
縦型ピアノ たてがたピアノ
ουσιαστικό
- 01 όρθιο πιάνο
縦旋盤 たてせんばん
ουσιαστικό
- 01 κατακόρυφος τόρνος