47 αποτελέσματα για «縮»
縮葉病 しゅくようびょう
ουσιαστικό
- 01 καρούλιασμα φύλλων, καρούλιασμα των φύλλων της ροδακινιάς
縮図器 しゅくずき
ουσιαστικό
- 01 παντογράφος (συσκευή για την αντιγραφή σχεδίων σε διαφορετική κλίμακα)
縮地 しゅくち
ουσιαστικό
- 01 σουκούτσι (τεχνικές ταχείας μετακίνησης), μείωση αποστάσεων
縮合 しゅくごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμπύκνωση
縮み笹 チヂミザサ
ουσιαστικό
- 01 οπλισμενός ο κυματόφυλλος (Oplismenus undulatifolius)
縮み込む ちぢみこむ
ρήμα
- 01 συρρικνώνομαι, συστέλλομαι, μειώνομαι
縮
- 01 συρρικνώνομαι
- 02 συστέλλω
- 03 μαραίνομαι
- 04 ζαρώνω
- 05 μειώνω