53 αποτελέσματα για «繰»

繰延税金資産 くりのべぜいきんしさん

ουσιαστικό

  1. 01 αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση, αναβαλλόμενο φορολογικό στοιχείο ενεργητικού
繰出し孔 くりだしこう

ουσιαστικό

  1. 01 οπή τροφοδοσίας, οπή οδόντωσης
繰出し孔トラック くりだしこうトラック

ουσιαστικό

  1. 01 οπή τροφοδοσίας, διάδρομος οδοντωτής τροχαλίας
繰出し孔ピッチ くりだしこうピッチ

ουσιαστικό

  1. 01 βήμα τροφοδοσίας
繰返し演算 くりかえしえんざん

ουσιαστικό

  1. 01 επαναληπτική πράξη
繰出しユニット くりだしユニット

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα τροφοδοσίας
繰延税金 くりのべぜいきん

ουσιαστικό

  1. 01 αναβαλλόμενος φόρος, αναβαλλόμενη φορολογία
繰り返し記号 くりかえしきごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβολο που υποδηλώνει επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα
繰延資産 くりのべしさん

ουσιαστικό

  1. 01 αναβαλλόμενο περιουσιακό στοιχείο
繰り札 くりふだ

ουσιαστικό

  1. 01 κουριφούντα (είδος τράπουλας με αριθμούς 1-6, που χρησιμοποιείται από τον ντίλερ στο τεχονμπίκι), χικιφούντα
繰戻し くりもどし

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά προς τα πίσω (συμψηφισμός ζημιών ενός έτους με φορολογητέο εισόδημα προηγούμενου έτους)
繰り上げ合格 くりあげごうかく

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή από λίστα αναμονής για την κάλυψη κενής θέσης (λόγω αποχώρησης επιτυχόντα)
  1. 01 περιέλιξη, τύλιγμα
  2. 02 καρούλι, μπομπίνα
  3. 03 περιστρέφω, στριφογυρίζω
  4. 04 γυρίζω (σελίδες), ξεφυλλίζω
  5. 05 αναζητώ, ψάχνω, συμβουλεύομαι
  6. 06 ανατρέχω σε, παραπέμπω σε, αναφέρομαι σε