90 αποτελέσματα για «耐»

耐火建築 たいかけんちく

ουσιαστικό

  1. 01 πυράντοχο κτίριο
耐乏 たいぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λιτότητα, εκούσια στέρηση
耐燃性 たいねんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή στη φλόγα (ειδικά για πλαστικά, μονώσεις κ.λπ.), πυραντοχή, αντοχή στην καύση
耐火物 たいかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πυρίμαχο υλικό, υλικό ανθεκτικό στη θερμότητα, υλικό ανθεκτικό σε υψηλές θερμοκρασίες
耐候性 たいこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή στις καιρικές συνθήκες (π.χ. σε δομικά υλικά)
耐熱鋼 たいねつこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανθεκτικός στη θερμότητα χάλυβας
耐障害性 たいしょうがいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανοχή σε σφάλματα
耐熱合金 たいねつごうきん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθεκτικά στη θερμότητα κράματα
耐乾性 たいかんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρόφιλος, ανθεκτικός στην ξηρασία
耐暑性 たいしょせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή στη ζέστη
耐力壁 たいりょくへき

ουσιαστικό

  1. 01 φέρων τοίχος, τοίχος αντοχής
耐火力 たいかりょく

ουσιαστικό

  1. 01 πυρίμαχος
耐風性 たいふうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή στον άνεμο
耐震家屋 たいしんかおく

ουσιαστικό

  1. 01 αντισεισμικά κτίρια
耐雪 たいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανθεκτικός στο χιόνι, αδιάβροχος στο χιόνι
耐風構造 たいふうこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 αντιανεμική κατασκευή
耐湿 たいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανθεκτικός στην υγρασία
耐湿性 たいしつせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή στην υγρασία
耐アルカリ性 たいアルカリせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή στα αλκάλια
耐乏予算 たいぼうよさん

ουσιαστικό

  1. 01 προϋπολογισμός λιτότητας, προϋπολογισμός περιστολής δαπανών