152 αποτελέσματα για «聖»
聖像 せいぞう
ουσιαστικό
- 01 ιερή εικόνα, εικόνα
聖誕祭 せいたんさい
ουσιαστικό
- 01 Χριστούγεννα
- 02 ιερά γέννηση
聖賢 せいけん
ουσιαστικό
- 01 άγιοι και σοφοί
聖殿 せいでん
ουσιαστικό
- 01 ιερό τέμενος, άσυλο
聖画 せいが
ουσιαστικό
- 01 θρησκευτική εικόνα, ιερή απεικόνιση
聖帝 せいてい
ουσιαστικό
- 01 ενάρετος αυτοκράτορας
聖上 せいじょう
ουσιαστικό
- 01 αυτοκράτορας, η Αυτού Μεγαλειότητα ο αυτοκράτορας
聖櫃 せいひつ
ουσιαστικό
- 01 Κιβωτός της Διαθήκης (Ιουδαϊσμός)
- 02 αρτοφόριο (Καθολικισμός)
聖火リレー せいかリレー
ουσιαστικό
- 01 λαμπαδηδρομία της ολυμπιακής φλόγας
聖廟 せいびょう
ουσιαστικό
- 01 ναός του Κομφούκιου
聖天子 せいてんし
ουσιαστικό
- 01 ενάρετος αυτοκράτορας
聖山 せいざん
ουσιαστικό
- 01 ιερό βουνό, ιερός λόφος
聖徒 せいと
ουσιαστικό
- 01 άγιος
- 02 χριστιανός
聖徳 せいとく
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική αρετή, θεϊκή αρετή
- 02 μέγιστη αρετή, ανώτατη αρετή
聖油 せいゆ
ουσιαστικό
- 01 άγιο έλαιο
聖断 せいだん
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική απόφαση
聖骸布 せいがいふ
ουσιαστικό
- 01 ιερό σάβανο (π.χ. η Ιερά Σινδόνη του Τορίνο)
聖壇 せいだん
ουσιαστικό
- 01 βωμός,μός
聖旨 せいし
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική διαταγή
聖祭 せいさい
ουσιαστικό
- 01 καθολική ιεροτελεστία (π.χ. θεία λειτουργία), ιερουργία