54 αποτελέσματα για «肝»
肝吸虫 かんきゅうちゅう
ουσιαστικό
- 01 κινεζικό ηπατικό τρηματώδες (Κλονόρχις ο σινικός), ανατολίτικο ηπατικό τρηματώδες
肝蛭 かんてつ
ουσιαστικό
- 01 ηπατική διστομία (Fasciola hepatica)
肝臓茸 かんぞうたけ
ουσιαστικό
- 01 κανζοτάκε (μανιτάρι της οικογένειας Φιστουλινίδες), μανιτάρι της μπριζόλας
肝門脈 かんもんみゃく
ουσιαστικό
- 01 ηπατική πυλαία φλέβα
肝蛭症 かんてつしょう
ουσιαστικό
- 01 ηπατική διστομίαση
肝膵臓 かんすいぞう
ουσιαστικό
- 01 ηπατοπάγκρεας
肝練り きもねり
ουσιαστικό
- 01 θάρρος, τόλμη
- 02 παιχνίδι δοκιμασίας θάρρους, ανάλογο της ρωσικής ρουλέτας
肝肥大 かんひだい
ουσιαστικό
- 01 ηπατομεγαλία, υπερτροφία του ήπατος
肝門 かんもん
ουσιαστικό
- 01 πύλη του ήπατος
肝芽腫 かんがしゅ
ουσιαστικό
- 01 ηπατοβλάστωμα
肝を煎る きもをいる
άλλο, ρήμα
- 01 εκνευρίζομαι, ενοχλούμαι, αγανακτώ
- 02 φροντίζω, μεσολαβώ
肝木 カンボク
ουσιαστικό
- 01 βαβούρνο το σάρτζεντ (Viburnum opulus var. sargentii)
肝の据わった きものすわった
άλλο
- 01 ψύχραιμος, ατάραχος, με ατσαλένια νεύρα, ατρόμητος
肝
- 01 συκώτι
- 02 κουράγιο, θάρρος
- 03 θράσος, θάρρος
- 04 θράσος, αυθάδεια, τολμηρότητα