46 αποτελέσματα για «肥»

肥取り こえとり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νερουλάς, άνθρωπος που συλλέγει ακαθαρσίες
  2. 02 αποκομιδή ακαθαρσιών
肥壺 こえつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτοδοχείο
肥効 ひこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανταπόκριση στη λίπανση, επίδραση του λιπάσματος
肥満症治療薬 ひまんしょうちりょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 φάρμακο για την απώλεια βάρους, σκεύασμα για την απώλεια βάρους, αντιαχρωματικό φάρμακο
肥満外科学会 ひまんげかがっかい

ουσιαστικό

  1. 01 Αμερικανική Εταιρεία Βαριατρικής Χειρουργικής, ASBS
  1. 01 λίπασμα
  2. 02 παχαίνω
  3. 03 εύφορος
  4. 04 κοπριά
  5. 05 κακομαθαίνω, περιποιούμαι