63 αποτελέσματα για «育»

育雛 いくすう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκκόλαψη και φροντίδα νεοσσών
育児食 いくじしょく

ουσιαστικό

  1. 01 βρεφική τροφή
育種所 いくしゅじょ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτώριο
育雛器 いくすうき

ουσιαστικό

  1. 01 εκκολαπτήριο, κλωσομηχανή
育成栽培 いくせいさいばい

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιέργεια λαχανικών και φρούτων
育児嚢 いくじのう

ουσιαστικό

  1. 01 μαρσιποφόρος θύλακος (του μαρσιποφόρου), μάρσιπος
育林 いくりん

ουσιαστικό

  1. 01 δασοκομία, αναδάσωση
育薬 いくやく

ουσιαστικό

  1. 01 παρακολούθηση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων ενός φαρμάκου μετά την κυκλοφορία του στην αγορά
育種価 いくしゅか

ουσιαστικό

  1. 01 γενετική αξία
育児不安 いくじふあん

ουσιαστικό

  1. 01 άγχος σχετικά με την ανατροφή παιδιών
育児語 いくじご

ουσιαστικό

  1. 01 παιδική γλώσσα (η γλώσσα που χρησιμοποιείται όταν μιλάμε σε μικρά παιδιά)
育ボス いくボス

ουσιαστικό

  1. 01 εργοδότης φιλικός προς την οικογένεια, προϊστάμενος που δείχνει κατανόηση στους υπαλλήλους που αφιερώνουν χρόνο στα παιδιά τους
育成牛 いくせいぎゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μοσχάρι, εκτρεφόμενο βοοειδές
育児介護休業法 いくじかいごきゅうぎょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί γονικής άδειας, άδειας φροντίδας και άλλων μέτρων για την ευημερία των εργαζομένων που φροντίζουν παιδιά ή άλλα μέλη της οικογένειας
育児休業給付 いくじきゅうぎょうきゅうふ

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα άδειας ανατροφής τέκνου
育児放棄 いくじほうき

ουσιαστικό

  1. 01 παραμέληση παιδιού
育児学 いくじがく

ουσιαστικό

  1. 01 παιδαγωγική (μελέτη της παιδικής συμπεριφοράς και ανάπτυξης), παιδολογία, ανατροφολογία
育脳 いくのう

ουσιαστικό

  1. 01 εκγύμναση εγκεφάλου, διέγερση του εγκεφάλου των βρεφών για την ενθάρρυνση της ανάπτυξης
育英工業高等専門学校 いくえいこうぎょうこうとうせんもんがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 Ικουέι Κόγκιο Κοτό Σενμόν Γκάκο (Τεχνικό Κολλέγιο Σαλεσιανών)
育英短期大学 いくえいたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Βραχυπρόθεσμο πανεπιστήμιο Ικουέι