59 αποτελέσματα για «肺»
肺臓ジストマ はいぞうジストマ
ουσιαστικό
- 01 πνευμονικό τρηματώδες (παραγόνιμος ο δυτικός)
肺吸虫 はいきゅうちゅう
ουσιαστικό
- 01 πνευμονοστόμο (παράγονος ο δυτικός)
肺血流 はいけつりゅう
ουσιαστικό
- 01 πνευμονική αιμάτωση
肺動脈弁狭窄症 はいどうみゃくべんきょうさくしょう
ουσιαστικό
- 01 στένωση πνευμονικής βαλβίδας
肺性心 はいせいしん
ουσιαστικό
- 01 πνευμονική καρδιοπάθεια
肺炎双球菌 はいえんそうきゅうきん
ουσιαστικό
- 01 πνευμονιόκοκκος (Streptococcus pneumoniae)
肺胞性肺炎 はいほうせいはいえん
ουσιαστικό
- 01 κυψελιδική πνευμονία, κυψελιδική πνευμονίτιδα
肺胞炎 はいほうえん
ουσιαστικό
- 01 κυψελιδίτιδα
肺葉切除術 はいようせつじょじゅつ
ουσιαστικό
- 01 λοβεκτομή πνεύμονα
肺尖部 はいせんぶ
ουσιαστικό
- 01 κορυφή του πνεύμονα, περιοχή της κορυφής του πνεύμονα
肺疫 はいえき
ουσιαστικό
- 01 μεταδοτική περιπνευμονία των βοοειδών, CBPP
肺壊疽 はいえそ
ουσιαστικό
- 01 πνευμονική γάγγραινα, γαγγραινώδης πνευμονία
肺胞低換気 はいほうていかんき
ουσιαστικό
- 01 κυψελιδικός υποαερισμός
肺静脈還流異常 はいじょうみゃくかんりゅういじょう
ουσιαστικό
- 01 ολική ανώμαλη εκβολή πνευμονικών φλεβών, ολική ανώμαλη επιστροφή πνευμονικών φλεβών
肺機能 はいきのう
ουσιαστικό
- 01 πνευμονική λειτουργία
肺舌動脈 はいぜつどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 πνευμονογλωσσική αρτηρία
肺動脈弓 はいどうみゃくきゅう
ουσιαστικό
- 01 πνευμονικό τόξο
肺血栓塞栓症 はいけっせんそくせんしょう
ουσιαστικό
- 01 πνευμονική θρομβοεμβολή
肺
- 01 πνεύμονες