152 αποτελέσματα για «脱»

脱獄犯 だつごくはん

ουσιαστικό

  1. 01 δραπέτης, φυγάς
脱ぎ脱ぎ ぬぎぬぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γδύσιμο
脱稿 だっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση συγγραφής, περάτωση χειρογράφου
脱衣室 だついしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποδυτήριο
脱会 だっかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση (από μέλος μιας οργάνωσης ή σωματείου)
脱着 だっちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσάρτηση και αποσύνδεση, φόρεμα και βγάλσιμο, εγκατάσταση και αφαίρεση
  2. 02 εκρόφηση
脱輪 だつりん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκόλληση τροχού
  2. 02 εκτροπή από το οδόστρωμα
  3. 03 εκτροχιασμός
脱法 だっぽう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νόμιμη παράκαμψη του νόμου, καταστρατήγηση του νόμου
脱臭 だっしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόσμηση, εξάλειψη οσμών
脱原発 だつげんぱつ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας
脱ぎ着 ぬぎき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποδυθείς και ενδυθείς, το να βγάζει και να φοράει κανείς ρούχα
脱衣麻雀 だついマージャン

ουσιαστικό

  1. 01 στριπ ματζόνγκ
脱穀機 だっこくき

ουσιαστικό

  1. 01 αλωνιστική μηχανή
脱法ハーブ だっぽうハーブ

ουσιαστικό

  1. 01 παραισθησιογόνο βότανο που παρακάμπτει τον νόμο (για παράδειγμα συνθετική μαριχουάνα, ψεύτικη κάνναβη)
脱水症 だっすいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αφυδάτωση
脱俗 だつぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστασιοποίηση από τα κοσμικά, αγιότητα
脱構築 だつこうちく

ουσιαστικό

  1. 01 αποδόμηση
脱法ドラッグ だっぽうドラッグ

ουσιαστικό

  1. 01 ναρκωτικό που παρακάμπει τον νόμο (π.χ. νιτρώδης αμυλίτης, MiPT), οιονεί νόμιμο ναρκωτικό, ναρκωτικό τύπου designer drug
脱炭素 だつたんそ

ουσιαστικό

  1. 01 απανθρακοποίηση
脱魂 だっこん

ουσιαστικό

  1. 01 έκσταση, πνευματική έκσταση