73 αποτελέσματα για «腕»

腕飾り うでかざり

ουσιαστικό

  1. 01 βραχιόλι, περιβραχιόνιο
腕が無い うでがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανεπίδεκτος, ακατόρθωτος
腕先 うでさき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρο του χεριού
腕の冴え うでのさえ

ουσιαστικό

  1. 01 επιδεξιότητα, δεξιοτεχνία
腕白坊主 わんぱくぼうず

ουσιαστικό

  1. 01 άτακτο αγόρι, σκανταλιάρικο αγόρι, μικρός αλητάκος, μικρό διαβολάκι
腕を返す かいなをかえす

άλλο, ρήμα

  1. 01 τοποθετώ τα χέρια μου κάτω από εκείνα του αντιπάλου και τα ανασηκώνω, προκειμένου να αποτρέψω μια λαβή από πάνω στη μαουάσι μου
腕をこまねく うでをこまねく

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρακολουθώ με σταυρωμένα τα χέρια, μένω άπρακτος
腕首 うでくび

ουσιαστικό

  1. 01 καρπός
腕毛 うでげ

ουσιαστικό

  1. 01 τριχοφυΐα χεριού
腕力沙汰 わんりょくざた

ουσιαστικό

  1. 01 καταφυγή στη βία, χρήση σωματικής βίας, επίλυση διαφορών με ξυλοδαρμό
腕こき うでこき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ικανός, επιδέξιος
  2. 02 ικανό άτομο, άνθρωπος με ικανότητες
腕貫 うでぬき

ουσιαστικό

  1. 01 περικάρπιο, γκέτα χεριού, μανίκι (χωρίς παλάμη)
  2. 02 βραχιόλι
  3. 03 δερμάτινο λουρί στη λαβή ή στην άκρη της λαβής ενός σπαθιού
  4. 04 οπή στο άκρο της βάσης ενός κινεζικού δόρατος
腕捻り かいなひねり

ουσιαστικό

  1. 01 χειρολαβή ανατροπής με στρίψιμο του βραχίονα και με τα δύο χέρια
腕立て うでだて

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίδειξη σωματικής δύναμης, βασίζομαι στη σωματική μου δύναμη σε έναν καυγά
腕袋 うでぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 μανίκι, θερμομονωτικό κάλυμμα βραχίονα
腕神経叢 わんしんけいそう

ουσιαστικό

  1. 01 βραχιόνιο πλέγμα
腕白仲間 わんぱくなかま

ουσιαστικό

  1. 01 παρέα (συμμορία) άτακτων (κανταξίδικων) αγοριών
腕渡り うでわたり

ουσιαστικό

  1. 01 βραχιολισμός, μετακίνηση με αιώρηση από κλαδί σε κλαδί
腕白相撲 わんぱくずもう

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικό σούμο (γουάνπακου ζούμο)
腕白横綱 わんぱくよこづな

ουσιαστικό

  1. 01 πρωταθλητής παιδικού σούμο