46 αποτελέσματα για «膝»
膝射ち ひざうち
ουσιαστικό
- 01 βολή από γονατιστή στάση, γονατιστή βολή
膝部 しつぶ
ουσιαστικό
- 01 γόνατο (περιοχή)
膝裏 ひざうら
ουσιαστικό
- 01 ιγνυακή χώρα, πίσω μέρος του γονάτου
膝を折る ひざをおる
άλλο, ρήμα
- 01 υποχωρώ, παραδίδομαι, συνθηκολογώ
- 02 λυγίζω το γόνατο, γονατίζω, χαμηλώνω το σώμα
膝を屈する ひざをくっする
άλλο, ρήμα
- 01 παραδίδομαι, υποχωρώ, υποτάσσομαι, λυγίζω το γόνατο
膝
- 01 γόνατο
- 02 αγκαλιά