65 αποτελέσματα για «舌»

舌代 ぜつだい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδοποίηση
舌下神経 ぜっかしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 υπογλώσσιο νεύρο
舌癌 ぜつがん

ουσιαστικό

  1. 01 καρκίνος της γλώσσας
舌革 したがわ

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα (υποδήματος)
舌炎 ぜつえん

ουσιαστικό

  1. 01 γλωσσίτιδα
  2. 02 έλκος γλώσσας, άφθα στόματος
舌下腺 ぜっかせん

ουσιαστικό

  1. 01 υπογλώσσιος αδένας
舌先三分 したさきさんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκόλογη γλώσσα, ευφράδεια με σκοπό την εξαπάτηση, χειριστικός λόγος
舌偏 したへん

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό «γλώσσα» που τοποθετείται στην αριστερή πλευρά ενός χαρακτήρα κάντζι
舌形動物 したがたどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πενταστομίδιο (οποιοδήποτε σκουλήκι του συνομοταξίας Pentastomida)
舌虫 したむし

ουσιαστικό

  1. 01 γλωσσοσκώληκας (οποιοδήποτε σκουλήκι του φύλου Πενταστομίδες)
舌耕 ぜっこう

ουσιαστικό

  1. 01 προφορική ερμηνεία λόγου, τέχνες του προφορικού λόγου
舌背音 ぜっぱいおん

ουσιαστικό

  1. 01 ραχιαίος
  2. 02 ραχιαίο σύμφωνο
舌頂音 ぜっちょうおん

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος, κορυφαίο σύμφωνο
舌つき したつき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασαφής ομιλία
舌側矯正 ぜっそくきょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 γλωσσική ορθοδοντική (π.χ. σιδεράκια)
舌側 ぜっそく

άλλο

  1. 01 γλωσσικός (στην οδοντιατρική)
舌尖音 ぜっせんおん

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίο σύμφωνο, κορυφαίο, κορυφή
舌端音 ぜったんおん

ουσιαστικό

  1. 01 λαμινοφωνήεν, λαμινικό
舌歯音 ぜっしおん

ουσιαστικό

  1. 01 γλωσσοδοντικό σύμφωνο
舌長 したなが

επίθετο

  1. 01 αλαζονικός (λόγος), θρασύς, υπερόπτης, αυθάδης