73 αποτελέσματα για «芸»
芸は身を助ける げいはみをたすける
άλλο, ρήμα
- 01 η τέχνη εξασφαλίζει τα προς το ζην
芸術院 げいじゅついん
ουσιαστικό
- 01 ακαδημία τεχνών
芸娼妓 げいしょうぎ
ουσιαστικό
- 01 γκέισες και πόρνες
芸談 げいだん
ουσιαστικό
- 01 συζήτηση για την τέχνη
芸は身を助く げいはみをたすく
άλλο, ρήμα
- 01 η τέχνη εξασφαλίζει τα προς το ζην
芸術映画 げいじゅつえいが
ουσιαστικό
- 01 καλλιτεχνική ταινία
芸者買い げいしゃかい
ουσιαστικό
- 01 πρόσληψη γκέισας
芸苑 げいえん
ουσιαστικό
- 01 καλλιτεχνικοί και λογοτεχνικοί κύκλοι
芸無し げいなし
ουσιαστικό
- 01 άτεχνος άνθρωπος, αδιάφορος άνθρωπος, ασήμαντος άνθρωπος
芸術家村 げいじゅつかむら
ουσιαστικό
- 01 αποικία καλλιτεχνών, καλλιτεχνική κοινότητα
芸域 げいいき
ουσιαστικό
- 01 εύρος καλλιτεχνικών δεξιοτήτων
芸術愛好家 げいじゅつあいこうか
ουσιαστικό
- 01 φιλότεχνος, λάτρης των τεχνών
芸者上がり げいしゃあがり
ουσιαστικό
- 01 πρώην γκέισα
芸術の森美術館 げいじゅつのもりびじゅつかん
ουσιαστικό
- 01 Μουσείο Τεχνών Πάρκου Σαπόρο
芸をする犬 げいをするいぬ
άλλο
- 01 σκύλος που κάνει κόλπα
芸者を上げる げいしゃをあげる
άλλο, ρήμα
- 01 καλώ γκέισα
芸林 げいりん
ουσιαστικό
- 01 καλλιτεχνικοί και λογοτεχνικοί κύκλοι
芸なし猿 げいなしざる
ουσιαστικό
- 01 άχρηστος άνθρωπος, ανεπρόκοπος
芸香 うんこう
ουσιαστικό
- 01 απήγανος (Ruta graveolens)
芸の虫 げいのむし
ουσιαστικό
- 01 λάτρης των τεχνών