63 αποτελέσματα για «蒸»

蒸気ポンプ じょうきポンプ

ουσιαστικό

  1. 01 ατμοκίνητη αντλία (ειδικά σε πυροσβεστικό όχημα)
蒸気暖房 じょうきだんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 θέρμανση με ατμό
蒸発散 じょうはっさん

ουσιαστικό

  1. 01 εξατμισοδιαπνοή
蒸し飯 むしめし

ουσιαστικό

  1. 01 ατμισμένο ρύζι (ειδικότερα κρύο ρύζι που ξαναζεσταίνεται στον ατμό)
  2. 02 κολλώδες ρύζι με κόκκινα φασόλια ατμισμένο σε καλάθι ατμού, ρύζι με κόκκινα φασόλια (που καταναλώνεται σε εορταστικές περιστάσεις)
蒸散作用 じょうさんさよう

ουσιαστικό

  1. 01 διαπνοή
蒸ける ふける

ρήμα

  1. 01 είμαι έτοιμος για κατανάλωση (ως αποτέλεσμα ατμού)
蒸留塔 じょうりゅうとう

ουσιαστικό

  1. 01 πύργος απόσταξης, στήλη απόσταξης
蒸民 じょうみん

ουσιαστικό

  1. 01 οι μάζες, ο λαός
蒸し餅 むしもち

ουσιαστικό

  1. 01 μουσιμότσι (γλυκό από ρυζάλευρο μαγειρεμένο στον ατμό)
蒸発熱 じょうはつねつ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμότητα εξάτμισης
蒸発岩 じょうはつがん

ουσιαστικό

  1. 01 εξατμίτης
蒸発計 じょうはつけい

ουσιαστικό

  1. 01 εξατμισιόμετρο
蒸気霧 じょうきぎり

ουσιαστικό

  1. 01 ατμομίχλη, θαλάσσιος καπνός
蒸し暑さ むしあつさ

ουσιαστικό

  1. 01 ζέστη και υγρασία, υγρή ζέστη
蒸散計 じょうさんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ατμόμετρο, εξατμισίμετρο
蒸熱 じょうねつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ατμός, διαδικασία θέρμανσης με ατμό
  2. 02 ζεστός και υγρός, αποπνικτικός
蒸暑 じょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αποπνικτικός, υγρός, ατμώδης, κολλώδης, θερμός και με υψηλή υγρασία
蒸し釜 むしがま

ουσιαστικό

  1. 01 ατμομάγειρας
蒸し羊羹 むしようかん

ουσιαστικό

  1. 01 ατμιστό γιόκαν, ατμιστό ζελέ από φασόλια αζούκι
蒸れ蒸れ ムレムレ

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 γεμάτος ατμό, πνιγηρός, ιδρωμένος