48 αποτελέσματα για «衆»

衆参各院 しゅうさんかくいん

άλλο

  1. 01 κάθε σώμα της ιαπωνικής βουλής
衆苦 しゅく

ουσιαστικό

  1. 01 πολυάριθμα βάσανα, τα βάσανα των πολλών ανθρώπων
衆議院議員選挙 しゅうぎいんぎいんせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογή μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων
衆議院選挙 しゅうぎいんせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογή για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, εκλογή για την κάτω βουλή
衆目の一致するところ しゅうもくのいっちするところ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι για το οποίο υπάρχει ευρεία συμφωνία, κάτι που είναι καθολικά αναγνωρισμένο, κάτι για το οποίο υπάρχει γενική ομοφωνία
衆議院議員総会 しゅうぎいんぎいんそうかい

ουσιαστικό

  1. 01 γενική συνέλευση των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος
衆議院運営委員会 しゅうぎいんうんえいいいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 επιτροπή λειτουργίας της βουλής των αντιπροσώπων
  1. 01 μάζες
  2. 02 πλήθος
  3. 03 πλήθος
  4. 04 λαός