45 αποτελέσματα για «衣»

衣料繊維 いりょうせんい

ουσιαστικό

  1. 01 ίνα ένδυσης
衣物 そぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδύματα
衣笠草 きぬがさそう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό φυτό με πέταλα σε σχήμα θόλου (Paris japonica)
衣装戸棚 いしょうとだな

ουσιαστικό

  1. 01 ντουλάπα ρούχων, ιματιοθήκη
  1. 01 ένδυμα
  2. 02 ρούχα
  3. 03 ντύσιμο