189 αποτελέσματα για «表»
表現の自由 ひょうげんのじゆう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ελευθερία της έκφρασης
表現者 ひょうげんしゃ
ουσιαστικό
- 01 άτομο που εκφράζεται (μέσω λόγου, τέχνης κ.λπ.), δημιουργός, συγγραφέας, ομιλητής, αυτός που αναρτά περιεχόμενο
表敬訪問 ひょうけいほうもん
ουσιαστικό
- 01 εθιμοτυπική επίσκεψη
表示板 ひょうじばん
ουσιαστικό
- 01 ένδειξη, πίνακας ανακοινώσεων
表現法 ひょうげんほう
ουσιαστικό
- 01 τρόπος έκφρασης, τρόπος με τον οποίο εκφράζεται κανείς, διατύπωση
表白 ひょうはく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έκφραση, εξομολόγηση, διατύπωση
表白 ひょうびゃく
ουσιαστικό
- 01 ιεροτελεστική διακήρυξη σκοπού από τον ιερέα προς τον Βούδα και τους πιστούς, δημόσια ανακοίνωση της πρόθεσης μιας τελετής μπροστά στον βωμό
表の戸 おもてのと
ουσιαστικό
- 01 κύρια εξώπορτα, εξωτερική θύρα
表戸 おもてど
ουσιαστικό
- 01 κεντρική πόρτα
表計算ソフト ひょうけいさんソフト
ουσιαστικό
- 01 λογισμικό υπολογιστικών φύλλων
表装 ひょうそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλαίσιο, περιθώριο, επικόλληση εικόνας, βιβλιοδεσία
表書き おもてがき
ουσιαστικό
- 01 διεύθυνση (σε φάκελο κ.λπ.), παραλήπτης
表計算 ひょうけいさん
ουσιαστικό
- 01 λογιστικό φύλλο
表徴 ひょうちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξωτερικό σημάδι, εξωτερική ένδειξη
- 02 σύμβολο (κάτι αφηρημένου), έμβλημα
- 03 διακριτικό γνώρισμα, διαγνωστικός χαρακτήρας
表土 ひょうど
ουσιαστικό
- 01 επιφανειακό έδαφος
表看板 おもてかんばん
ουσιαστικό
- 01 εξωτερική πινακίδα, πρόσοψη (ως κάλυμμα ή βιτρίνα για κάποιον)
表意文字 ひょういもじ
ουσιαστικό
- 01 ιδεόγραμμα, ιδεογραφική γραφή
表現主義 ひょうげんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 εξπρεσιονισμός
表座敷 おもてざしき
ουσιαστικό
- 01 μπροστινό δωμάτιο, επίσημο σαλόνι, σαλόνι υποδοχής
表具 ひょうぐ
ουσιαστικό
- 01 πλαισίωση (εικόνας), καλλιτεχνική πλαισίωση