134 αποτελέσματα για «被»

被差別 ひさべつ

ουσιαστικό

  1. 01 διάκριση
被食者 ひしょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θηρεύσιμο ζώο, λεία
被選挙権 ひせんきょけん

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογιμότητα
被治者 ひちしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 οι κυβερνώμενοι, οι υπήκοοι
被雇用者 ひこようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος, υπάλληλος
被せ きせ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλώνω το ύφασμα σε σημείο βαθύτερο από τη ραφή κατά 2 χιλιοστά, γυρίζοντας το περίσσευμα προς τα πίσω ώστε να καλύψει τη ραφή
被爆地 ひばくち

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή που επλήγη από ατομική βόμβα, τόπος ρίψης ατομικής βόμβας
被葬者 ひそうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενταφιασμένος, το πρόσωπο που έχει ταφεί (συνήθως σε ταφικούς τύμβους κ.λπ.)
被災者支援 ひさいしゃしえん

ουσιαστικό

  1. 01 ανακούφιση πληγέντων, οικονομική βοήθεια προς τα θύματα φυσικών καταστροφών
被後見人 ひこうけんにん

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευόμενο πρόσωπο (δικαστικής συμπαράστασης)
被子植物 ひししょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αγγειόσπερμο, ανθοφόρο φυτό
被差別部落 ひさべつぶらく

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή χισαμπέτσου μπουράκου
被保険者 ひほけんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλισμένος
被相続人 ひそうぞくにん

ουσιαστικό

  1. 01 θανών, κληρονομούμενος
被く かずく

ρήμα

  1. 01 φοράω στο κεφάλι
  2. 02 δέχομαι ως δώρο ύφασμα ή ρούχα από τον άρχοντα ή τον κύριο μου, φορώ τέτοιο ύφασμα στον αριστερό ώμο
  3. 03 τραυματίζομαι
被差別民 ひさべつみん

ουσιαστικό

  1. 01 χισαμπετσουμίν, άτομα που υφίστανται διακρίσεις, κοινωνική ομάδα που βιώνει διακρίσεις
被服費 ひふくひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα ένδυσης
被刺激性 ひしげきせい

ουσιαστικό

  1. 01 ερεθιστικότητα (ενός οργάνου, κ.λπ.)
被除数 ひじょすう

ουσιαστικό

  1. 01 διαιρετέος
被爆国 ひばくこく

ουσιαστικό

  1. 01 χώρα που έχει υποστεί πυρηνικό βομβαρδισμό